Το τέλος ενός κύκλου και ο επαναπροσδιορισμός της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής
Ουσιαστικά, το νέο σχέδιο θέτει τέλος στην εταιρική σχέση ΗΠΑ–Ευρώπης, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και έπειτα. Οι Ευρωπαίοι αντιμετωπίζονται πλέον ως αδύναμα κρατίδια, τα οποία υποτίθεται ότι παρακμάζουν λόγω των μεταναστευτικών ροών, παραβλέποντας φυσικά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ αποτελούν το κατεξοχήν παράδειγμα κράτους που έχει χτιστεί από μετανάστες. Ο Τραμπ φρόντισε να επαναλάβει τους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για την Ευρώπη σε συνέντευξή του στο Politico, χαρακτηρίζοντάς την αδύναμη και υποστηρίζοντας ότι οι Ευρωπαίοι «δεν ξέρουν τι κάνουν», ιδίως σε ό,τι αφορά το Ουκρανικό.
Ωστόσο, δεν πρόκειται για την πρώτη φορά που καθίσταται φανερή αυτή η οπτική του Τραμπ και των Ρεπουμπλικανών για την Ευρώπη. Αντίστοιχες αναφορές υπάρχουν στην περιβόητη έκθεση του Heritage Foundation. Υπενθυμίζεται, επίσης, ότι ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς είχε εξαπολύσει ευθεία επίθεση στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου τον περασμένο Φεβρουάριο, προσάπτοντάς της, μεταξύ άλλων, έλλειμμα δημοκρατίας. Η ευθυγράμμιση του Αμερικανού προέδρου με τον Ρώσο ομόλογό του Βλαντιμίρ Πούτιν στο Ουκρανικό επιβεβαιώνει επίσης την αρνητική στάση του Τραμπ απέναντι στην Ευρώπη.
Αλλαγή στάσης απέναντι σε Ρωσία, προσεκτικές διατυπώσεις για Κίνα
Κρίσιμη λεπτομέρεια της Εθνικής Στρατηγικής Ασφαλείας αποτελεί και η στροφή των ΗΠΑ προς τη Ρωσία και την Κίνα. Σε προηγούμενες εκδοχές της Στρατηγικής Ασφαλείας, ακόμη και κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η Ρωσία και η Κίνα ορίζονταν ως εν δυνάμει κίνδυνοι για την ασφάλεια των ΗΠΑ. Πλέον παρατηρείται μια τάση αποκλιμάκωσης. Με τη Ρωσία επιδιώκεται μια ήπια προσέγγιση, με στόχο τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, ενώ αφήνονται υπόνοιες για μελλοντική συνεργασία. Δεν χαρακτηρίζεται πλέον ως απειλή.
Η Κίνα ερμηνεύεται μεν ως γεωοικονομικός ανταγωνιστής, αλλά με προσεκτική ρητορική, κάτι που φέρεται να οφείλεται σε παρέμβαση του υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ. Πρόκειται για σαφή αλλαγή στάσης σε σχέση τόσο με τη στρατηγική της προεδρίας Μπάιντεν όσο και με εκείνη της πρώτης θητείας Τραμπ. Στις νέες προτεραιότητες των ΗΠΑ περιλαμβάνεται πλέον και η Λατινική Αμερική, κάτι στο οποίο επιμένει ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο.
Το πρωτόκολλο πάει… περίπατο
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το παρασκήνιο γύρω από τη δημοσιοποίηση του εγγράφου. Συνήθως, τέτοιου είδους κείμενα συνοδεύονται από επίσημη ανακοίνωση και αναλυτική παρουσίαση. Στην προκειμένη περίπτωση, υπήρξε απλώς μια αιφνιδιαστική ανάρτηση στην ιστοσελίδα του Λευκού Οίκου και τίποτε περισσότερο, γεγονός που φανερώνει ότι η σύγχρονη πολιτική —τουλάχιστον όπως την αντιλαμβάνεται ο Τραμπ— δεν δίνει καμία ιδιαίτερη σημασία στις διαδικασίες του πρωτοκόλλου.
Πάντως, το έγγραφο αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι θα υλοποιηθεί κατά γράμμα. Όταν, το 2009, ο τότε πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα είχε δημοσιοποιήσει αντίστοιχη στρατηγική, είχε επικρατήσει αμηχανία στην Ευρώπη, καθώς οι ΗΠΑ υπογράμμιζαν ήδη την πρόθεσή τους να αποστασιοποιηθούν από τα ευρωπαϊκά ζητήματα και να θέσουν νέες προτεραιότητες. Στην πράξη, ωστόσο, δεν σημειώθηκε κάποια ρωγμή στις διατλαντικές σχέσεις. Παρ’ όλα αυτά, οι εξελίξεις φανερώνουν μια νέα πραγματικότητα την οποία οι Ευρωπαίοι άργησαν να συνειδητοποιήσουν: Ότι οφείλουν να σταθούν μόνοι τους στα πόδια τους, ιδίως σε ζητήματα άμυνας, τη στιγμή που οι προειδοποιήσεις για τις επιθετικές διαθέσεις της Ρωσίας πέραν της Ουκρανίας πληθαίνουν.
Μία Ευρώπη που υπνοβατούσε και συνεχίζει να υπνοβατεί
Παρόλα αυτά, ο πρώτος υπουργός Άμυνας της κυβέρνησης Ομπάμα, Ρόμπερτ Γκέιτς (του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος), είχε καλέσει ήδη από το 2011 τους Ευρωπαίους να αναλάβουν περισσότερες ευθύνες, προειδοποιώντας ότι μια μελλοντική αμερικανική κυβέρνηση θα μπορούσε να οδηγήσει τα πράγματα στα άκρα. Η προειδοποίηση αυτή δεν εισακούστηκε, αφού τα περισσότερα κράτη δεν τήρησαν τον στόχο των αμυντικών δαπανών στο 2%, όπως συμφωνήθηκε στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ το 2014.
Ακόμη και μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, οι Ευρωπαίοι αντέδρασαν αρκετά μηχανικά. Η αναδιοργάνωση της αποτρεπτικής ικανότητας στο πλαίσιο των δομών του ΝΑΤΟ ήταν λογική. Ωστόσο έπρεπε να συνοδευτεί με ένα σχέδιο μετεξέλιξης της συμμαχίας σε ένα «ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ», τη στιγμή που η αμερικανική συνδρομή δεν μπορεί να θεωρείται πλέον δεδομένη, όπως σε εποχές Ψυχρού Πολέμου. Αν και έγιναν σημαντικά βήματα στον τομέα της άμυνας, αυτά υλοποιήθηκαν με αργούς ρυθμούς και με έντονα εθνοκεντρικές στρατηγικές.
Το ζήτημα της χρηματοδότησης παραμένει, καθώς τα ευρωπαϊκά κράτη συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν υψηλό δημόσιο χρέος και σοβαρές δομικές κρίσεις. Παράλληλα, η έκθεση Ντράγκι, η οποία θα μπορούσε να δώσει μια μερική διέξοδο, παραμένει στο συρτάρι, με τους Ευρωπαίους να εμφανίζονται εγκλωβισμένοι και σε στρατηγικό αδιέξοδο.
Οι ευρωπαϊκές αντιδράσεις στη νέα αμερικανική Στρατηγική Ασφαλείας είναι, μέχρι στιγμής, απογοητευτικές. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος υποστήριξε ότι, αν οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν συνεργασία με την Ευρώπη, μπορούν να επιλέξουν τη Γερμανία. Πρόκειται για άστοχη τοποθέτηση, καθώς με αυτόν τον τρόπο αμφισβητείται η ευρωπαϊκή συνοχή εκ των έσω, εξυπηρετώντας ουσιαστικά τα συμφέροντα του Τραμπ και του Πούτιν, οι οποίοι επιθυμούν τη διάλυση της Ένωσης. Αμφότεροι θα μπορούσαν να επιβάλλουν ευκολότερα τα συμφέροντά τους στα μεμονωμένα έθνη-κράτη παρά απέναντι σε μια ενιαία Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η εξαγωγή της ιδεολογίας των MAGA
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι και η επιδίωξη των ΗΠΑ να στηρίξουν ιδεολογικά συγγενείς πολιτικές δυνάμεις στην Ευρώπη. Πρόκειται ουσιαστικά για μια προσπάθεια εξαγωγής του κινήματος MAGA και για επιβολή ιδεολογίας με τρόπο που θυμίζει τις ψυχροπολεμικές πρακτικές της δεκαετίας του 1950. Συνιστά ευθεία παρέμβαση στα εσωτερικά της Ευρώπης, την οποία καταδίκασαν τόσο η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν όσο και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα.
Αποκαλυπτικά είναι, στο πλαίσιο αυτό, τα ευρήματα της ιστοσελίδας Defense One, σύμφωνα με τα οποία οι ΗΠΑ επιδιώκουν την αποχώρηση της Ιταλίας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας και της Αυστρίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το κοινό στοιχείο των χωρών αυτών είναι η ισχυρή παρουσία της ακροδεξιάς. Σε κάποιο βαθμό, η τάση αυτή είναι ήδη ορατή: Κορυφαίοι Ρεπουμπλικανοί έχουν στηρίξει τη γερμανική AfD, ενώ ακόμη και ο σχετικά μετριοπαθής Μάρκο Ρούμπιο θεωρεί λανθασμένη την απομόνωση των εξτρεμιστών από τα υπόλοιπα κόμματα του γερμανικού πολιτικού συστήματος. Υπενθυμίζεται, επίσης, η ευθεία παρέμβαση του Ίλον Μασκ στις γερμανικές ομοσπονδιακές εκλογές υπέρ των εξτρεμιστών, Παράλληλα, στο Βερολίνο υπάρχει ανησυχία για ενδεχόμενες αμερικανικές κυρώσεις σε περίπτωση έναρξης δικαστικής διαδικασίας με στόχο την απαγόρευση του κόμματος λόγω υπονόμευσης της δημοκρατικής και συνταγματικής τάξης.
Ανησυχητικά δείγματα και στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, ο κίνδυνος αυτός δεν θα πρέπει να αγνοείται. Τον έχει επισημάνει, μεταξύ άλλων, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ Παύλος Γερουλάνος, ο οποίος είχε εκφράσει την ανησυχία του ήδη από τον περασμένο Σεπτέμβριο ότι ΗΠΑ θα μπορούσαν να στηρίξουν οικονομικά πολιτικά πρόσωπα της αρέσκειάς τους, με στόχο την δημιουργία «μικρών Τραμπ». Παρ’ όλα αυτά, υπουργοί της σημερινής κυβέρνησης –η οποία στην πρώτη της τετραετία επεδίωξε να προβληθεί επικοινωνιακά ως φιλελεύθερη – ανταγωνίζονται για το ποιος θα κερδίσει την εύνοια της Αμερικανίδας πρέσβη Κίμπερλι Γκίλφοϊλ.
Πρόκειται λοιπόν για μια νέα πραγματικότητα στις σχέσεις Ευρώπης–ΗΠΑ. Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν καταφέρει να ανανεωθεί, να υπερβεί τις εθνοκεντρικές της αντιλήψεις και να ξεπεράσει τις γραφειοκρατικές της δυσλειτουργίες, δεν θα μπορέσει να προασπιστεί αποτελεσματικά τα συμφέροντά της στη ρευστή και πολυπολική γεωπολιτική σκακιέρα που διαμορφώνεται.







