Οι διαφυγόντες φόροι αφορύν ποσότητα παράνομου χύμα τσίπουρου που φορείς της αγοράς την υπολογίζουν στα 10,8 εκατ. λίτρα.
Το ισχύον χαλαρό πλαίσιο ελέγχων για την παραγωγή και τη διακίνηση του χύμα τσίπουρου, αλλά και οι στρεβλώσεις της κείμενης νομοθεσίας, που αποτρέπει, ουσιαστικά. την είσοδο στην αγορά των «διήμερων» διευκολύνει τους παράνομους αποσταγματοποιούς να διακινούν χωρίς παραστατικά ποσότητες χύμα τσίπουρου, στερώντας από το δημόσιο σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΟΒΕ, 55,1 εκατ. ευρώ από τον ΕΦΚΟΠ και 42,6 εκατ. ευρώ από τον ΦΠΑ ετησίως.
Το ενδιαφέρον είναι ότι, πέρα από τους αποσταγματοποιούς, ακόμη και οι νόμιμοι διήμεροι αποσταγματοποιοί τσίπουρου βρίσκονται σε απόγνωση αντιμετωπίζοντας πραγματικό κίνδυνο βιωσιμότητας έναντι της αδυναμίας περιστολής του αθέμιτου ανταγωνισμού και της παράνομης διακίνησης χύμα τσίπουρου.
Στο πλαίσιο αυτό το ΙΟΒΕ προέβη σε σειρά προτάσεων ώστε να διαμορφωθεί ένα νέο πλαίσιο στην αγορά με μια win – win προσέγγιση.
Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ, η ένταση και ο συντονισμός των ελέγχων από τους αρμόδιους φορείς, σε συνδυασμό με τη σταδιακή μείωση του εξαιρετικά υψηλού ΕΦΚΟΠ, ο οποίος τη διετία 2009-2010 αυξήθηκε κατά 125%, θα συμβάλουν καθοριστικά στην ανάκτηση σημαντικής ροής δημοσίων εσόδων, την τόνωση της αγοράς, αλλά και στη δημιουργία έως και 3.000 νέων θέσεων εργασίας στο σύνολο της αλυσίδας αξίας του κλάδου.
Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι θα επέλθει πτώση κατά 10% ετησίως στην παράνομη διακίνηση αλκοολούχων ποτών, που στην περίπτωση του παράνομου χύμα τσίπουρου θα αποδώσει 44,2 εκατ. ευρώ ετησίως από ΕΦΚΟΠ και ΦΠΑ, ήτοι 132,6 εκατ. ευρώ σε διάστημα τριετίας, συμβάλλοντας κατά το δυνατό, στην κάλυψη των υφιστάμενων δημοσιονομικών κενών και προσφέροντας μια ανάσα τόσο στους νόμιμους παραγωγούς όσο και στους νομοταγείς φορολογούμενους.