Η αμερικανική οικονομία βρίσκεται σε πρώτο «πλάνο», καθώς το έλλειμμα ξεπέρασε τα 40 δισ. δολάρια, γεγονός που μεταφέρει το πρόβλημα και σε ευρωπαϊκό έδαφος, αφού η άνοδος του κόστους δανεισμού στις ΗΠΑ συμπαρασύρει τις αποδόσεις των ευρωπαϊκών ομολόγων και εντείνει τις πιέσεις στους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν ενισχυθεί αισθητά τις τελευταίες ημέρες, με τις αγορές να ανησυχούν για το αυξανόμενο αμερικανικό δημοσιονομικό έλλειμμα, τον πόλεμο, τις δημογραφικές πιέσεις και τις αβέβαιες επιπτώσεις των τεχνολογικών αλλαγών. Την ίδια ώρα, οι αμερικανικοί τεχνολογικοί «κολοσσοί» έχουν αντλήσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια για επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη, εντείνοντας τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα κεφάλαια.
Ωστόσο, σύμφωνα με αναλυτές, το κυρίαρχο ερώτημα που απασχολεί τους επενδυτικούς κύκλους δεν έγκειται μόνον στην ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας και του τεχνολογικού κλάδου, αλλά και στο εάν άλλες αγορές μπορούν να επωφεληθούν από τις εξελίξεις και τις διακυμάνσεις των επιτοκίων, τις αλλαγές στις νομισματικές ισοτιμίες και τις μεταβαλλόμενες πολιτικές συνθήκες.
Σε αυτό το πλαίσιο, τρεις είναι οι ευρύτερες τάσεις που παρακολουθούν οι traders:
- η εντυπωσιακή αντοχή των μετοχών των ευρωπαϊκών τραπεζών
- η στροφή των Ιαπώνων επενδυτών προς τα ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα
- και οι αυξανόμενες ανησυχίες για τις οικονομικές συνέπειες της ισχυροποίησης λαϊκιστικών – δεξιών πολιτικών κομμάτων
Το υψηλό κόστος ενέργειας, οι πιέσεις στις αμυντικές δαπάνες, οι δημοσιονομικές προκλήσεις και ο διεθνής ανταγωνισμός είναι μερικές από τις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν επί του παρόντος οι ευρωπαϊκές μετοχές. Σε αυτά έρχεται να προστεθεί και η ασθενέστερη θέση της περιοχής στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης σε σύγκριση με τις ΗΠΑ και την Κίνα.
Παρ’ όλα αυτά, οικονομολόγοι της Goldman Sachs συστήνουν ψυχραιμία, θεωρώντας ότι η απαισιοδοξία που έχει αναδυθεί στις ευρωπαϊκές αγορές είναι εν μέρει υπερβολική. Άλλωστε, η προβλεπόμενη διψήφια αύξηση των κερδών φέτος και οι ισχυρές εισροές κεφαλαίων σε ευρωπαϊκές μετοχές είναι θετικά σημάδια.
«Ανάσα» τα ισχυρά κέρδη των ευρωπαϊκών τραπεζών
Οι αναλυτές επισημαίνουν πως η επενδυτική εικόνα της Ευρώπης είναι πιο σύνθετη από ό,τι υποδηλώνει η συνήθης σύγκριση με τις μετοχές τεχνολογίας των ΗΠΑ. Σε αυτό το πλαίσιο, μια ενθαρρυντική ένδειξη είναι η απόδοση των τραπεζών της ευρωζώνης.
Η άνοδος των επιτοκίων ενίσχυσε σημαντικά την κερδοφορία των τραπεζών, δίνοντας τη δυνατότητα σε έναν πιο παραδοσιακό κλάδο του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος να ξεπεράσει σε αποδόσεις ορισμένους από τους πλέον προβεβλημένους τεχνολογικούς ομίλους της Wall Street.
Από την έναρξη διαπραγμάτευσης του Roundhill Magnificent Seven ETF τον Απρίλιο του 2023, το επενδυτικό κεφάλαιο που ακολουθεί τις κορυφαίες αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες έχει καταγράψει άνοδο 182%. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, ο βασικός δείκτης τραπεζικών μετοχών της Ευρωζώνης έχει ενισχυθεί ακόμη περισσότερο, σημειώνοντας κέρδη περίπου 210%.
Αυτό σημαίνει ότι για κάποιον επενδυτή που βασίζεται στο αμερικανικό δολάριο, συνυπολογίζοντας τις διακυμάνσεις στην ισοτιμία, το κέρδος ανήλθε περίπου σε 225%, απόδοση που οφείλεται λιγότερο στην Τεχνητή Νοημοσύνη και περισσότερο στην επιστροφή σταθερά θετικών επιτοκίων στην Ευρώπη, μετά από περισσότερο από μια δεκαετία εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων.
Ισχυρές επιδόσεις κατέγραψαν αρκετές ευρωπαϊκές τράπεζες, με την UniCredit να ξεχωρίζει, σημειώνοντας άνοδο περίπου 361%. Ακολούθησαν η Santander και η BBVA, οι οποίες ενισχύθηκαν κατά περίπου 280% η καθεμία. Κέρδη περίπου 185% κατέγραψαν η ING και η Intesa Sanpaolo, ενώ η BNP Paribas διπλασίασε την αξία της. Τέλος, η Nordea σημείωσε άνοδο της τάξης του 73%.
Στο επίκεντρο οι επενδυτικές ροές της Ιαπωνίας
Σημαντική μεταβολή θεωρείται και αυτή που σχετίζεται με τις επενδυτικές ροές της Ιαπωνίας.
Τα επίσημα στοιχεία για τον Ιούνιο καταγράφουν σαφή αλλαγή στις τοποθετήσεις των Ιαπώνων επενδυτών, οι οποίοι περιόρισαν κατά 5,6 δισ. δολάρια τις θέσεις τους σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα. Την ίδια στιγμή, αύξησαν τις επενδύσεις τους σε ευρωπαϊκό δημόσιο χρέος, αγοράζοντας γαλλικά κρατικά ομόλογα ύψους 2,2 δισ. δολαρίων, βρετανικά ύψους 1,5 δισ. δολαρίων και ιταλικά ύψους 1,2 δισ. δολαρίων.
Η στροφή αυτή δείχνει ότι οι Ιάπωνες επενδυτές εμφανίζονται περισσότερο διατεθειμένοι να διαφοροποιήσουν τα χαρτοφυλάκιά τους, περιορίζοντας την εξάρτησή τους από τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, την ώρα που το ευρωπαϊκό χρέος προσφέρει, σε συγκριτικούς όρους, ελκυστικότερες αποδόσεις.
Ο στρατηγικός αναλυτής της Mizuho, Μασαγιούκι Νακατζίμα, εκτιμά ότι η σταθεροποίηση των αποδόσεων των αμερικανικών κρατικών ομολόγων ενδέχεται να αποτέλεσε έναν από τους παράγοντες που ενθάρρυναν τους επενδυτές να στραφούν, σε κάποιο βαθμό, προς το ευρωπαϊκό δημόσιο χρέος.
Παρά το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες αγορές δεν είναι αρκετά μεγάλες ώστε να σηματοδοτούν μια θεμελιώδη αλλαγή στις παγκόσμιες αγορές ομολόγων, η κίνηση παρουσιάζει ενδιαφέρον. Άλλωστε, οι Ιάπωνες επενδυτές διατηρούν εδώ και χρόνια σημαντικές θέσεις σε κρατικούς τίτλους της Βρετανίας και της Γαλλίας.
Ωστόσο, αξιοσημείωτη είναι κυρίως η χρονική συγκυρία της συγκεκριμένης μετατόπισης.
Οι Ιάπωνες επενδυτές ενίσχυσαν τις τοποθετήσεις τους σε ευρωπαϊκά ομόλογα ακόμη και σε μια περίοδο κατά την οποία το δολάριο είχε ανέλθει στα υψηλότερα επίπεδά του έναντι του γιεν εδώ και τέσσερις δεκαετίες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αύξηση των αγορών βρετανικών κρατικών τίτλων, καθώς πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο έντονων πολιτικών εξελίξεων στη Βρετανία.
Αντίστοιχα, η ενίσχυση των θέσεων σε γαλλικά κρατικά ομόλογα αποκτά μεγαλύτερη σημασία, δεδομένων των ανησυχιών που έχουν διατυπωθεί για την πολιτική και δημοσιονομική πορεία της Γαλλίας.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει, ευρύτερα, ότι οι επενδυτές διευρύνουν το επενδυτικό τους βλέμμα πέρα από τα παραδοσιακά «ασφαλή καταφύγια», συγκρίνοντας ολοένα περισσότερο τις αποδόσεις που προσφέρουν οι μεγάλες ανεπτυγμένες αγορές ομολόγων, αλλά και τους αντίστοιχους κινδύνους που συνοδεύουν κάθε επιλογή.
Τι σημαίνει για την οικονομία η άνοδος του λαϊκισμού
Ανάλυση του ΔΝΤ διαπιστώνει ότι στις αναδυόμενες οικονομίες από το 1960 οι περίοδοι λαϊκισμού συνδέονται ιστορικά με αυξημένη δανειοδότηση των κεντρικών τραπεζών προς τις κυβερνήσεις, νομισματοποίηση του ελλείμματος και υψηλότερο πληθωρισμό – φαινόμενα που ενδέχεται να έχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες στην οικονομική ανάπτυξη.
Για τη διόρθωση τυχόν ανισορροπιών σε τέτοιες περιόδους, μπορεί να απαιτηθεί μεγαλύτερη ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας, αυστηρότερη νομισματική πολιτική και μεγαλύτερη ευαισθησία στις μεταβολές των προσδοκιών για τον πληθωρισμό. Όλα αυτά δημιουργούν σημαντικές προκλήσεις για τις κεντρικές τράπεζες, ειδικά από τη στιγμή που η πολιτική πίεση έχει καταστεί ένα όλο και πιο συχνό και έντονο φαινόμενο, ενώ οι πληθωριστικές πιέσεις είναι πια σταθερά στο προσκήνιο.
Πώς αλλάζουν οι ισορροπίες στις αγορές
Σύμφωνα με ανάλυση του Modern Diplomacy, οι τρεις παραπάνω πτυχές έχουν σημασία, διότι:
(α) Οι ευρωπαϊκές τράπεζες αποδεικνύουν ότι οι επενδυτές μπορούν να επιτύχουν ισχυρές αποδόσεις εκτός του κυρίαρχου τομέα της τεχνολογίας στις ΗΠΑ.
(β) Οι αγορές ομολόγων υποδηλώνουν ότι οι παγκόσμιοι επενδυτές γίνονται πιο επιλεκτικοί ως προς το πού τοποθετούν το κρατικό χρέος.
(γ) Οι πολιτικές αλλαγές, όπως φαίνεται στην έρευνα του ΔΝΤ, μπορούν να επηρεάσουν τη νομισματική αξιοπιστία και τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό.
Συνολικά, οι εξελίξεις αυτές δείχνουν ότι οι αγορές εισέρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η σχετική αξία των επενδύσεων, η πολιτική σταθερότητα και η αξιοπιστία των κεντρικών τραπεζών αναδεικνύονται σε εξίσου καθοριστικούς παράγοντες με τις ευρύτερες οικονομικές προοπτικές.



