Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του ΟΟΣΑ, η σύνδεση μεταξύ ανεργίας και επιπέδου εκπαίδευσης είναι περιορισμένη, αφού η ανεργία «χτυπάει» παντού. Ωστόσο, το χάσμα ανάμεσα στην εκπαίδευση και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας αποτελεί σημαντικό εμπόδιο στην επίτευξη οικονομικής αυτονομίας, καθώς η έλλειψη προετοιμασίας για την επαγγελματική ζωή και η αναντιστοιχία των δεξιοτήτων με τις απαιτήσεις της αγοράς επιφέρει χαμηλότερες αποδοχές και άρα καθυστερεί την οικονομική ανεξαρτησία – συχνά και τη δημιουργία οικογένειας.
Το φαινόμενο αγγίζει κυρίως τους νέους, καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία:
- Το 2024, το 12,3% των πτυχιούχων ηλικίας 25-34 ετών στην Ελλάδα ήταν άνεργο, καταγράφοντας το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.
- Η χώρα μας είναι πρώτη και στην ανεργία των νέων με απολυτήριο Λυκείου και Γυμνασίου· έρχεται δεύτερη από το τέλος (μετά τη Σλοβακία) στην ανεργία των αποφοίτων Δημοτικού.
Η πιο κακοπληρωμένη ομάδα εργαζομένων
Οι νέοι είναι και η χειρότερα αμειβόμενη ομάδα εργαζομένων, με το 43% των απασχολούμενων έως 30 ετών να είναι χαμηλόμισθοι – ποσοστό υπερδιπλάσιο του μέσου όρου του ΟΟΣΑ (21%) αλλά και διπλάσιο του συνολικού ποσοστού χαμηλόμισθων στη χώρα (22%).
Εν τω μεταξύ, ο τομέας που απορροφά 5 στους 10 (55%) των απασχολούμενων νέων 15-24 ετών είναι ο τουριστικός κλάδος, την ώρα που το αντίστοιχο ποσοστό στις υπόλοιπες χώρες του ΟΟΣΑ είναι στο 37%. Οι συγκεκριμένοι κλάδοι είναι από τη μία ελκυστικοί, καθώς συχνά δεν απαιτούν εργασιακή εμπειρία, ωστόσο ταυτόχρονα προσφέρουν συνήθως εποχικές θέσεις και άρα σταθείς και επισφαλείς απολαβές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΔΥΠΑ, η εποχική απασχόληση σε τουρισμό και εστίαση συμβάλλει σημαντικά στην μείωση της ανεργίας. Ωστόσο, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά δεν συνάδουν πάντα με τους ποσοτικούς δείκτες, όσο ενθαρρυντικοί κι αν είναι.
Στα τριάντα η ζωή γίνεται… πιο δύσκολη
Παρ' όλα αυτά, δεν είναι μόνον οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας που δυσκολεύονται. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΔΥΠΑ, οι περισσότεροι εγγεγραμμένοι άνεργοι στα μητρώα ανήκουν στις κατεξοχήν παραγωγικές ηλικίες των 30-44 ετών.
Συνολικά, οι άνεργοι ηλικίας 30-44 ετών ανέρχονται σε 215.476 άτομα, αντιπροσωπεύοντας το 30,1% του συνόλου των ανέργων. Ακολουθούν οι ηλικιακές ομάδες 45-54 και 55-64 ετών, οι οποίες καταγράφουν σχεδόν το ίδιο ποσοστό επί της συνολικής ανεργίας, με 23,5% και 23,3% αντίστοιχα.
Κι εδώ, τα στοιχεία της ΔΥΠΑ αποκαλύπτουν και μία ακόμη πτυχή: ότι η επανένταξη στην αγορά εργασίας για έναν εργαζόμενο άνω των 30 με προϋπηρεσία και υψηλότερες μισθολογικές απαιτήσεις είναι δυσκολότερη από την εύρεση εργασίας για ένα νεοεισερχόμενο ή και ανειδίκευτο. Το brain drain που δεν έχει ακόμη αντιστραφεί και η δημογραφική γήρανση είναι μερικά ακόμη επιπρόσθετα στοιχεία που σχετίζονται με τα παραπάνω στατιστικά.
Η ανεργία αποκλιμακώνεται, αλλά οι επιδοτούμενοι αυξάνονται
Οι μετρήσεις τόσο της ΔΥΠΑ όσο και της ΕΛΣΤΑΤ συντείνουν στο ότι η ανεργία έχει αποκλιμακωθεί.
Σύμφωνα με την πρώτη, που είναι και η πιο πρόσφατη, οι εγγεγραμμένοι άνεργοι τον Ιούλιο μειώθηκαν κατά 80.260 άτομα ή 10,1% σε ετήσια βάση και έτσι ο συνολικός τους αριθμός στα μητρώα της ΔΥΠΑ ανέρχεται στα 715.328 άτομα, από 795.588 τον Ιούλιο του 2025. Σε σύγκριση, δε, με το 2019 (προ πανδημίας), η βελτίωση είναι εντυπωσιακή: τότε καταγράφονταν περίπου 890.000 άνεργοι, ενώ άλλους μήνες ο αριθμός τους ξεπερνούσε το 1 εκατομμύριο. Συνεπώς, μιλάμε για μείωση της τάξης του 20% (ή 178.000 ατόμων).
Βέβαια, σύμφωνα με τα στοιχεία, παρά την αποκλιμάκωση της ανεργίας, οι επιδοτούμενοι άνεργοι αυξήθηκαν αισθητά:
- Τον Ιούλιο ανήλθαν σε 148.138, αυξημένοι κατά 37.190 άτομα ή 33,5% σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2025.
- Σε σχέση με τον Ιούνιο, η αύξηση έφτασε το 38,8%, καθώς τότε οι επιδοτούμενοι ήταν 106.727.
Αυτό σημαίνει ότι περίπου 1 στους 5 εγγεγραμμένους ανέργους – ποσοστό 20,7% – έλαβε κάποιας μορφής επιδότηση.
Θύματα της ανεργίας (και) οι γυναίκες
Μία από τις δυσκολότερες παραμέτρους που σχετίζονται με την ανεργία είναι οι μακροχρόνια άνεργοι. Θετικό είναι πως σε ετήσια βάση η μακροχρόνια ανεργία έχει υποχωρήσει αισθητά, κατά -13,1% ή – 55.705 άτομα.
Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία, τον Ιούλιο, το 51,9% των ανέργων, δηλαδή 371.019 άτομα, είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα της ΔΥΠΑ για χρονικό διάστημα ίσο ή περισσότερο των 12 μηνών. Μάλιστα, 7 στους 10 μακροχρόνια άνεργοι (πάνω από 260.000) είναι γυναίκες.
Συνολικά, οι άνεργες γυναίκες ανέρχονται σε 495.322, αποτελώντας το 69,2% του συνόλου των εγγεγραμμένων ανέργων, ενώ οι άνδρες ανέρχονται σε 220.006, με ποσοστό 30,8%.
Η μείωση της γυναικείας ανεργίας παραμένει μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις, καθώς η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ ως προς τη γυναικεία απασχόληση.
Το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών διαμορφώνεται στο 62,3%, έναντι 71,3% στον μέσο όρο της ΕΕ. Αντίστοιχα, σημαντική παραμένει και η απόσταση μεταξύ ανδρών και γυναικών στην απασχόληση, με το έμφυλο χάσμα να φτάνει τις 17,4 ποσοστιαίες μονάδες, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος περιορίζεται στις 9,6 μονάδες.
Σημειώνεται πως τον Νοέμβριο του 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα είχε καταγράψει τη μεγαλύτερη γυναικεία ανεργία στην ΕΕ με ποσοστό 12,6%, με την Ισπανία να πλησιάζει με 12,4%, τη στιγμή που στο σύνολο το ποσοστό άγγιζε το 6,1% και στη ζώνη του ευρώ το 6,5%.



