Σε ένα περιβάλλον αυξημένων πιέσεων στις αγορές ομολόγων, δημοσιονομικών προκλήσεων και γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η Ευρώπη καλείται να ενισχύσει την ανθεκτικότητα και τη στρατηγική της αυτονομία, επιταχύνοντας παράλληλα τις αποφάσεις που θα καθορίσουν τη θέση της στον νέο διεθνή συσχετισμό ισχύος. Αυτό ήταν το βασικό μήνυμα του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και προέδρου του Eurogroup, Κυριάκου Πιερρακάκη, στη συζήτησή του με τον διεθνώς αναγνωρισμένο συγγραφέα και πολιτικό σύμβουλο Τζουλιάνο ντα Έμπολι.
Στο επίκεντρο βρέθηκαν οι αναταραχές στη Γαλλία, η κατάσταση στις ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων, οι επιπτώσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης στην οικονομία και την εργασία, αλλά και η ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση να περάσει από τις κοινές διαπιστώσεις σε συγκεκριμένες στρατηγικές επιλογές.
Η συζήτηση, με θέμα «Η Ευρώπη στην εποχή της ισχύος: Ποιος θα διαμορφώσει το μέλλον της;», πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο εκδήλωσης του ΕΛΙΑΜΕΠ, με συντονιστή τον πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του οργανισμού και καθηγητή στο Sciences Po, Λουκά Τσούκαλη.
Το μήνυμα Πιερρακάκη για τη Γαλλία: «Η βία δεν είναι ποτέ ανεκτή. Τελεία»
Κατηγορηματικός απέναντι στα φαινόμενα βίας που συνοδεύουν τις κοινωνικές αναταράξεις στη Γαλλία εμφανίστηκε ο Κυριάκος Πιερρακάκης, ξεκαθαρίζοντας ότι η βία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Παράλληλα, έθεσε στο επίκεντρο την αποτελεσματικότητα της πολιτικής ως καθοριστικό παράγοντα για τη σχέση των πολιτών με το κράτος και τους δημοκρατικούς θεσμούς.
«Η βία δεν είναι ποτέ αποδεκτή. Τελεία και παύλα», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η οργή και η επιρροή των αλγορίθμων αποτελούν μόνο μέρος της εξίσωσης. Εκείνο που κάνει, τελικά, τη διαφορά είναι το κατά πόσο οι κυβερνήσεις καταφέρνουν να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κοινωνίας και να παράγουν απτά αποτελέσματα.
«Παράγεις αποτελέσματα στην υγεία; Παράγεις αποτελέσματα στην εκπαίδευση; Λειτουργούν τα δημόσια οικονομικά;», διερωτήθηκε, υπογραμμίζοντας ότι η αποτελεσματικότητα των δημόσιων υπηρεσιών επηρεάζει άμεσα την εμπιστοσύνη των πολιτών και την αίσθησή τους ότι οι φόροι τους αξιοποιούνται προς όφελος της κοινωνίας.
Αναφερόμενος στην ελληνική εμπειρία, στάθηκε στον ρόλο του ψηφιακού μετασχηματισμού του κράτους και στη μείωση της γραφειοκρατίας, επισημαίνοντας ότι η βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών αποτελεί ουσιαστικό δείκτη αποτελεσματικής διακυβέρνησης. Όπως σημείωσε, η προσπάθεια αυτή πρέπει να συνεχιστεί σε κάθε πεδίο δημόσιας πολιτικής.
Πιέσεις στις αγορές ομολόγων και αυξημένες δημοσιονομικές ανάγκες
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο πρόεδρος του Eurogroup στο δυσκολότερο περιβάλλον μέσα στο οποίο καλείται να λειτουργήσει σήμερα η ευρωπαϊκή οικονομία, με τις αποδόσεις των ομολόγων να κινούνται σε υψηλότερα επίπεδα και τα κράτη να αντιμετωπίζουν αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες.
«Αυτή τη στιγμή, δοκιμαζόμαστε σε ένα πιο απαιτητικό περιβάλλον», σημείωσε, εξηγώντας ότι, παρά τις σημερινές πιέσεις, η Ευρώπη διαθέτει πλέον ισχυρότερες άμυνες σε σχέση με την περίοδο της ελληνικής κρίσης.
Όπως ανέφερε, το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα είναι καλύτερα κεφαλαιοποιημένο, ενώ έχουν δημιουργηθεί θεσμοί και μηχανισμοί που δεν υπήρχαν όταν ξέσπασε η ελληνική κρίση το 2010. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) και το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο, στοιχεία που ενισχύουν την ικανότητα της Ένωσης να αντιμετωπίζει κρίσεις.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη θεσμική θωράκιση δεν εξαλείφει τις προκλήσεις. Σύμφωνα με τον κ. Πιερρακάκη, το μέσο δεκαετές επιτόκιο στην Ευρώπη έχει αυξηθεί περίπου στο 4%, από επίπεδα της τάξης του 1,1% πριν από μία δεκαετία.
Την ίδια στιγμή, το μέσο δημοσιονομικό έλλειμμα στην Ευρώπη έχει διπλασιαστεί σε σχέση με πριν από δέκα χρόνια, ενώ οι ανάγκες χρηματοδότησης διευρύνονται. Η άμυνα, η γήρανση του πληθυσμού, οι αυξημένες κοινωνικές δαπάνες και το υψηλότερο ενεργειακό κόστος διαμορφώνουν ένα σύνθετο οικονομικό περιβάλλον, το οποίο απαιτεί καλύτερο σχεδιασμό και αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων.
Ο πρόεδρος του Eurogroup υπογράμμισε ότι η Ευρώπη πρέπει να αναζητήσει καινοτόμες λύσεις, ώστε κάθε ευρώ να αποδίδει περισσότερο και τα κράτη-μέλη να συντονίζονται αποτελεσματικότερα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη δημοσιονομική εικόνα των κρατών-μελών, σημειώνοντας ότι μόλις πέντε από τις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης εμφανίζουν σήμερα πλεόνασμα. Σε αυτές περιλαμβάνονται η Δανία και τέσσερις χώρες που είχαν υπαχθεί σε προγράμματα του ΔΝΤ την προηγούμενη δεκαετία.
«Αυτό είναι ένα συλλογικό τραύμα που μετατράπηκε σε πολιτική», ανέφερε, συνδέοντας τις εμπειρίες της προηγούμενης κρίσης με τη σημερινή δημοσιονομική στάση ορισμένων ευρωπαϊκών κρατών.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζει τους κανόνες στις αγορές κεφαλαίων
Νέα δεδομένα για τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων δημιουργεί, σύμφωνα με τον Κυριάκο Πιερρακάκη, η ταχύτατη ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης. Η εξέλιξη των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων και των ψηφιακών εφαρμογών μεταβάλλει τις οικονομικές ισορροπίες, με τις πλήρεις επιπτώσεις να μην έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί.
Ο ίδιος επισήμανε ότι η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται κυρίως στους κινδύνους που ενδέχεται να προκύψουν από την τεχνολογική πρόοδο, χωρίς να εξετάζει με την ίδια συστηματικότητα τις δυνατότητες και τα οφέλη που μπορεί να προσφέρει.
Παράλληλα, ανέδειξε μια λιγότερο προφανή διάσταση της αλλαγής: τον αυξανόμενο ανταγωνισμό μεταξύ κρατών και μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών για την άντληση κεφαλαίων.
Όπως εξήγησε, εταιρείες όπως η Microsoft, η Amazon και η Google διεκδικούν πλέον μεγαλύτερο μερίδιο από τα διαθέσιμα κεφάλαια των αγορών, καθώς οι επενδυτικές τους ανάγκες αυξάνονται. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί, κατά τον ίδιο, έναν από τους παράγοντες που ασκούν ανοδικές πιέσεις στις αποδόσεις των ομολόγων, πέρα από τη δημοσιονομική κατάσταση των κρατών.
Η τεχνολογική επανάσταση δεν επηρεάζει, επομένως, μόνο την παραγωγή και την επιχειρηματικότητα, αλλά και τους όρους με τους οποίους χρηματοδοτούνται οι δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις.
Εργασία και κοινωνική προστασία: Το δύσκολο στοίχημα της επόμενης ημέρας
Σημαντικές αναμένεται να είναι και οι επιπτώσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης στην αγορά εργασίας, με τον πρόεδρο του Eurogroup να προειδοποιεί ότι η τεχνολογική μετάβαση ενδέχεται να οδηγήσει σε ανακατανομή εισοδήματος από την εργασία προς το κεφάλαιο.
Η εξέλιξη αυτή καθιστά αναγκαία την προσαρμογή των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης και προστασίας, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις για όσους εργαζομένους βρεθούν αντιμέτωποι με τις αλλαγές.
Ο κ. Πιερρακάκης αναγνώρισε ότι δεν υπάρχουν ακόμη οριστικές απαντήσεις για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να σχεδιαστούν οι σχετικές πολιτικές, καθώς η τεχνολογία εξελίσσεται με μεγάλη ταχύτητα.
Εξίσου κρίσιμη χαρακτήρισε την αναμόρφωση της εκπαίδευσης, θέτοντας το ερώτημα κατά πόσο τα σημερινά εκπαιδευτικά συστήματα προετοιμάζουν τους νέους για τις συνθήκες που θα επικρατούν όταν εισέλθουν στην αγορά εργασίας.
«Ένα παιδί τεσσάρων ετών ξεκινά το σχολείο και θα αποφοιτήσει στην ηλικία των 18 ετών. Πώς θα είναι ο κόσμος στον οποίο θα αποφοιτήσει; Αυτά είναι τα δύσκολα ερωτήματα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Το ζητούμενο, όπως προκύπτει από την παρέμβασή του, είναι η διαμόρφωση εκπαιδευτικών και κοινωνικών πολιτικών που θα μπορούν να προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες, χωρίς να αφήνουν απροστάτευτους όσους επηρεάζονται από την τεχνολογική αλλαγή.
Ευρωπαϊκή ισχύς με επιλογές, όχι με διαρκείς συμβιβασμούς
Στο πεδίο της ευρωπαϊκής στρατηγικής, ο Κυριάκος Πιερρακάκης υπογράμμισε ότι η ενίσχυση της θέσης της Ευρώπης προϋποθέτει σαφείς πολιτικές επιλογές και συγκεκριμένες προτεραιότητες.
Όπως σημείωσε, οι κυβερνήσεις συχνά αποφεύγουν τις δύσκολες αποφάσεις, επιχειρώντας να επενδύσουν σε όλους τους τομείς ταυτόχρονα. Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση δεν διασφαλίζει ουσιαστικά αποτελέσματα.
Η Ευρώπη, κατά τον ίδιο, πρέπει να επικεντρωθεί σε τομείς στους οποίους μπορεί να αποκτήσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, να ενισχύσει την παραγωγική και τεχνολογική της βάση και να διεκδικήσει ισχυρότερη θέση στο διεθνές περιβάλλον.
Στόχος είναι να μπορεί να συνομιλεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα από θέση μεγαλύτερης ισχύος, περιορίζοντας τις ασύμμετρες σχέσεις αλληλεξάρτησης και ενισχύοντας την ικανότητά της να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της.
Ο πρόεδρος του Eurogroup αναγνώρισε ότι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο τι πρέπει να γίνει, αλλά αν και με ποιον τρόπο θα υπάρξει η αναγκαία πολιτική βούληση για την υλοποίηση των αλλαγών.
Εξέφρασε, πάντως, την αισιοδοξία ότι διαμορφώνεται σταδιακά μια κοινή ευρωπαϊκή αντίληψη για τις προτεραιότητες, όπως αποτυπώνεται και στις εκθέσεις Ντράγκι και Λέτα. Το επόμενο βήμα, όπως τόνισε, είναι η μετατροπή αυτής της κοινής διάγνωσης σε συντονισμένη δράση.
«Η Ευρώπη πρέπει να ανοίξει μια νέα εποχή προόδου», ανέφερε, εκφράζοντας την προτίμησή του σε πιο φιλόδοξες κινήσεις αντί για αποκλειστική προσήλωση σε μικρά, σταδιακά βήματα.
Ντα Έμπολι: Η ελληνική πολιτική ηγεσία ανάμεσα στα ελπιδοφόρα ευρωπαϊκά παραδείγματα
Θετική αναφορά στην ελληνική πολιτική ηγεσία και την κυβέρνηση έκανε ο Τζουλιάνο ντα Έμπολι, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι η Ευρώπη έχει αποδειχθεί περισσότερο ανθεκτική από ό,τι θα περίμενε κανείς, δεδομένων των αλλεπάλληλων κρίσεων των τελευταίων ετών.
Ο συγγραφέας αναφέρθηκε στην πανδημία και στον πόλεμο στην Ουκρανία, επισημαίνοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση κλήθηκε να αντιμετωπίσει πρωτοφανείς προκλήσεις χωρίς να διαθέτει εξαρχής όλα τα αναγκαία θεσμικά εργαλεία. Παρά τις δυσκολίες, ωστόσο, το ευρωπαϊκό πλαίσιο αποδείχθηκε ικανό να προσαρμοστεί και να αντέξει.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Ουγγαρία και στην πολιτική πορεία του Βίκτορ Όρμπαν. Διευκρίνισε ότι διαφωνεί με τις πολιτικές του επιλογές, αναγνωρίζοντας ωστόσο την ικανότητά του να προωθεί επί σειρά ετών τη δική του πολιτική ατζέντα. Όπως σημείωσε, οι προσπάθειες αποδυνάμωσης των δημοκρατικών θεσμών και των θεσμικών αντίβαρων δεν οδήγησαν τελικά στο επιθυμητό αποτέλεσμα, καθώς το ευρωπαϊκό πλαίσιο αποδείχθηκε ισχυρότερο.
Κατά τον ντα Έμπολι, σημαντικό τμήμα του ευρωπαϊκού εκλογικού σώματος εξακολουθεί να στηρίζει την ευρωπαϊκή πορεία, ενώ πολλοί πολίτες αναμένουν από τους πολιτικούς ηγέτες να υπερασπιστούν ενεργά αυτή την κατεύθυνση.
Σε αυτό το πλαίσιο, προχώρησε σε ιδιαίτερα θετική αποτίμηση της ελληνικής πολιτικής εμπειρίας, δηλώνοντας χαρακτηριστικά:
«Ορισμένοι από εμάς βλέπουμε τη σημερινή ελληνική πολιτική ηγεσία και κυβέρνηση ως ένα από τα ελπιδοφόρα ευρωπαϊκά παραδείγματα και ως μια ελπιδοφόρα πολιτική στάση».
Η αναφορά αυτή εντάσσεται στη συνολικότερη εκτίμησή του ότι, παρά τις πολιτικές και οικονομικές πιέσεις, η Ευρώπη διατηρεί σημαντικές δυνατότητες προσαρμογής. Η ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών, η αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης και η ικανότητα των ευρωπαϊκών κρατών να προχωρούν σε κοινές στρατηγικές επιλογές αναδεικνύονται, έτσι, σε κρίσιμες προϋποθέσεις για τη θέση της Ευρώπης στη νέα εποχή διεθνούς ανταγωνισμού.






