Ειδικότερα, ο Dow Jones ενισχύθηκε κατά 0,05% στις 12.354,35 μονάδες, ο Nasdaq κατά 0,16% στις 2.421,64 μονάδες ενώ ο S&P 500 υποχώρησε κατά 0,12% στις 1.420,86 μονάδες.
Η Exxon Mobil και η General Electric, ηγήθηκαν της πτώσης των εταιρειών του δείκτη Standard & Poor's 500 καθώς η αμερικανική κυβέρνηση αναθεώρησε την πολιτική της τελευταίας εικοσαετίας σχετικά με την επιβολή δασμών στα κινέζικα προϊόντα, τα οποία και θα πληρώνουν ακριβότερα εφεξής οι αμερικανοί.
«Η Κίνα αποτελεί πολύ σημαντικό εμπορικό συνεργάτη των ΗΠΑ», σχολιάζει ο Alan Gayle της Trusco Capital Management. «Κάθε απόφαση που απειλεί να επηρεάσει τις συναλλαγές με την Κίνα ενέχει κάποιο ρίσκο».
Οι εταιρείες κοινής ωφέλειας υποχώρησαν από τα υψηλότερα επίπεδα του 2001, με πρωταγωνίστριες την Exelon και τη Dominion Resources.
Σε επίπεδο τριμήνου, ο Dow υποχώρησε κατά 1%, ενώ ο S&P 500 και ο Nasdaq ενισχύθηκαν κατά 0,1% αμφότεροι.
Η μεγαλύτερη των προβλέψεων άνοδος των καταναλωτικών δαπανών και του δείκτη Chicago PMI, που καταγράφει την επιχειρηματική δραστηριότητα, σε συνδυασμό με τον «επιταχυνόμενο» πληθωρισμό, μειώνουν τις πιθανότητες να προχωρήσει σε αποκλιμάκωση των επιτοκίων η Fed.
Ειδικότερα, μεγαλύτερη του αναμενόμενου ήταν η αύξηση των καταναλωτικών δαπανών στις ΗΠΑ το Φεβρουάριο, ενώ παράλληλα καταγράφηκε μικρή ένταση των πληθωριστικών πιέσεων, κυρίως λόγω της κλιμάκωσης των ενεργειακών τιμών. Αναλυτικότερα, οι καταναλωτικές δαπάνες αυξήθηκαν στις ΗΠΑ κατά 0,6% το Φεβρουάριο, έναντι αύξησης 0,5% τον Ιανουάριο, και εκτιμήσεων για άνοδο της τάξης του 0,3%.
Επίσης ο δομικός δείκτης, που παρακολουθεί στενά η Fed, σημείωσε αύξηση κατά 0,3%, που είναι η μεγαλύτερη από τον Αύγουστο, έναντι αύξησης κατά 0,2% ένα μήνα νωρίτερα.
Τέλος, τα εισοδήματα των αμερικανών ενισχύθηκαν κατά 0,6%, έναντι ανόδου 1% τον Ιανουάριο.
Μεικτά πρόσημα και στην Ευρώπη
Μεικτές τάσεις επικράτησαν σήμερα στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια. Στη Φρανκφούρτη και στο Παρίσι οι δείκτες ευνοήθηκαν από τα θετικά μακροοικονομικά στοιχεία για τις καταναλωτικές δαπάνες στις ΗΠΑ, ανατρέποντας το αρνητικό κλίμα που επικρατούσε νωρίτερα.
Ειδικότερα, ο FTSE 100 υποχώρησε κατά 0,26% στις 6.308,00 μονάδες, ενώ ο CAC 40 ενισχύθηκε κατά 0,05% στις 5.634,16 μονάδες και ο DAX κατά 0,29% στις 6.917,03 μονάδες.
Η Rio Tinto, η τρίτη μεγαλύτερη εταιρεία στον κλάδο των ορυχείων, αλλά και η χημική βιομηχανία BASF ηγήθηκαν της ανόδου μεταξύ των επιχειρήσεων που είναι πιο «ευάλωτες» στην πορεία της οικονομικής ανάπτυξης.
Η Kingfisher και η Commerzbank ενισχύθηκαν λόγω της έντονης φημολογίας για πιθανή εξαγορά τους.
«Σύμφωνα με τις ενδείξεις η αμερικανική οικονομία, δεν είναι στα καλύτερά της αλλά δεν είναι και τόσο άσχημα όσο περίμεναν κάποιοι», σχολιάζει ο Boris Boehm της Nordinvest του Αμβούργου.



