Η καταδίκη του Σαρκοζί κατέστη οριστική, αποτελώντας έτσι τη δεύτερη ποινική εγγραφή στο μητρώο του, μετά την προηγούμενη για την υπόθεση των υποκλοπών.
Ο 70χρονος πρώην πρόεδρος είχε προσφύγει κατά της απόφασης του 2024, με την οποία είχε κριθεί ένοχος για παράνομη χρηματοδότηση της προεκλογικής του προσπάθειας του 2012 και του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης ενός έτους (έξι μήνες με αναστολή και υποχρέωση χρήσης ηλεκτρονικού βραχιολιού).
Στην απόφασή του, το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνει ότι «υφίσταται παράνομη χρηματοδότηση προεκλογικής εκστρατείας».
«Πράγματι, ο υποψήφιος είχε δώσει ο ίδιος την έγκρισή του στους συνεργάτες του να αναλάβουν για λογαριασμό του δαπάνες της εκστρατείας, ενώ γνώριζε ότι αυτές θα οδηγούσαν σε υπέρβαση του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου δαπανών», αναφέρεται στην απόφαση.
Σε όλες τις δικαστικές βαθμίδες, ο Σαρκοζί αρνήθηκε «κατηγορηματικά οποιαδήποτε ποινική ευθύνη», κάνοντας λόγο για «μύθους» και «ψεύδη».



