• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
19:37 - 15 Ιουν 2010

Stat Bank: Πτώση 24,7% στην κερδοφορία των ελληνικών επιχειρήσεων

Νέα μείωση 24,7% εμφάνισαν τα συνολικά κέρδη των μεγαλύτερων παραγωγικών επιχειρήσεων της χώρας κατά το 2009. Αυτό προκύπτει από μεγάλη πανελλαδική έρευνα της STAT BANK που βασίστηκε στις 1.224 σημαντικότερες (με βάση της πωλήσεις) παραγωγικές επιχειρήσεις της χώρας, που δημοσίευσαν ισολογισμό ως τις 4 Ιουνίου 2010. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας της STAT BANK, τα συνολικά κέρδη των επιχειρήσεων του δείγματος διαμορφώθηκαν στα επίπεδα των 1,348 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2009 έναντι 1,790 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2008.
Ας σημειωθεί ότι και κατά το 2008 η συνολική κερδοφορία των μεγαλυτέρων παραγωγικών επιχειρήσεων είχε παρουσιάσει μείωση σε σχέση με το 2007. Το νέο στοιχείο στη χρήση του 2009 είναι ότι οι βιομηχανικές επιχειρήσεις παρουσίασαν μειωμένο κύκλο εργασιών, γεγονός ανησυχητικό για την μεσοπρόθεσμη πορεία της μεταποίησης.

Ας σημειωθεί ότι από τη σύγκριση των στοιχείων εξαιρέθηκαν δύο επιχειρήσεις - τα Ελληνικά Πετρέλαια και τη ΔΕΗ - αφού τα αποτελέσματα των δύο αυτών επιχειρήσεων δίνουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα στα συνολικά αποτελέσματα της μεταποίησης. Έτσι, αν συμπεριλάβει κανείς τα κέρδη των δύο επιχειρήσεων, τα συνολικά κέρδη του δείγματος εμφανίζουν μία αύξηση 93,3% (από 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ το 2008 σε 2,6 δισεκατομμύρια ευρώ το 2009). Η εικόνα, όμως, αυτή δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική πορεία των επιδόσεων της μεταποίησης κατά το 2009.

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας και με βάση πάντα τα αποτελέσματα των εταιρειών με συγκρίσιμα στοιχεία:

- Οι μεγάλες παραγωγικές επιχειρήσεις της χώρας λειτούργησαν με μέσο περιθώριο καθαρού κέρδους 4,1%. Εάν δει κανείς την εξέλιξη του μέσου καθαρού περιθωρίου κέρδους θα παρατηρήσει ότι αυτό εμφάνισε μια ελαφρά βελτίωση σε σχέση με το 2008.

- Η δυστοκία του παρελθόντος έτους δεν εκφράστηκε μόνον στα οικονομικά αποτελέσματα των επιχειρήσεων αλλά και στην ελαφρά επιδείνωση της σχέσης ιδίων προς ξένα κεφάλαια. Έτσι, ενώ τα ίδια κεφάλαια εμφάνισαν ελαφρά μείωση 1,6% οι συνολικές τους υποχρεώσεις αυξήθηκαν κατά 4,5%

- Από τις 1.224 επιχειρήσεις του δείγματος της βιομηχανίας, το 76,47% εμφάνισε κέρδη ενώ το 23,53% παρουσίασε ζημιές. Το ποσοστό των ζημιογόνων επιχειρήσεων συνεχίζει να κινείται ανοδικά.

- Στην ελληνική επιχειρηματική κοινότητα λειτουργεί ο σκληρός πυρήνας που αντέχει στις συνέπειες της κρίσης κατορθώνοντας να διατηρείται αλώβητος. Απόδειξη; Οι 936 κερδοφόρες παραγωγικές επιχειρήσεις του δείγματος (με συγκρίσιμα στοιχεία για το 2008-2009) αν και μείωσαν τις συνολικές πωλήσεις τους κατά 9,32% (ήταν συνολικά 25,98 δισ. ευρώ) παρουσίασαν ελαφρά βελτίωση της συνολικής τους κερδοφορίας κατά 0,98% εμφανίζοντας κέρδη 2,2 δισεκατομμυρίων ευρώ. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στο σύνολό τους οι 936 κερδοφόρες επιχειρήσεις του δείγματος λειτούργησαν με μέσο περιθώριο καθαρού κέρδους 8,38%. Αν στο παραπάνω δείγμα συνυπολογίσει κανείς και τις επιχειρήσεις Ελληνικά Πετρέλαια και ΔΕΗ, η εικόνα εμφανίζεται πολύ πιο "ρόδινη" αφού τα συνολικά κέρδη εμφανίζουν αύξηση 100,6% (για να φτάσουν τα 3,38 δισεκατομμύρια ευρώ). Την ίδια όμως χρονική περίοδο οι 936 κερδοφόρες εταιρίες παρουσίασαν αύξηση των συνολικών τους υποχρεώσεων κατά 8% έναντι αύξησης 1,3% των ιδίων κεφαλαίων τους.

- Από την άλλη πλευρά, οι επιδόσεις των 288 ζημιογόνων εταιριών με συγκρίσιμα στοιχεία εμφανίζουν ραγδαία επιδείνωση: οι συγκεκριμένες εταιρίες αύξησαν τις ζημιές τους από 351 εκατομμύρια ευρώ το 2008 σε 834 εκατομμύρια ευρώ το 2009. Είχαμε δηλαδή μία αύξηση ζημιών της τάξεως του 138%.

Ως συμπέρασμα προκύπτει ότι στην ελληνική βιομηχανία η κρίση διευρύνει το χάσμα μεταξύ των παραγωγικών επιχειρήσεων της χώρας. Από τη μία πλευρά ενισχύεται ο σκληρός πυρήνας των επιχειρήσεων που ανθίστανται στην ύφεση "χτίζοντας θέσεις για την επόμενη ημέρα". Από την άλλη δημιουργείται ένας θύλακας ζημιογόνων επιχειρήσεων από τις οποίες θα προκύψει ένας νέος κύκλος προβληματικών εταιρειών.

Σε επίπεδο κλάδων τα σημαντικότερα κέρδη λόγω κυρίως της ΔΕΗ εμφάνισε ο τομέας της Ενέργειας, που από ζημιές το 2008 παρουσίασε κέρδη το 2009. Ο δεύτερος σημαντικότερος σε κέρδη κλάδος ήταν αυτός των πετρελαίων με πρωταγωνιστές τα Ελληνικά Πετρέλαια και τη Μότορ Όιλ. Η τρίτη πλέον κερδοφόρος δραστηριότητα ήταν αυτή των φαρμάκων που μάλιστα κατόρθωσε να βελτιώσει και τα κέρδη της σε σχέση με την προηγούμενη χρήση. Τρεις άλλοι τομείς που εμφάνισαν υψηλότερη κερδοφορία ήταν αυτοί της παραγωγής ποτών, των εκδόσεων - εκτυπώσεων (εκτός εφημερίδων) καθώς επίσης και της παραγωγή πλαστικών και ελαστικών. Οι υπόλοιποι κλάδοι - στη συντριπτική τους πλειοψηφία - είτε εμφάνισαν ζημιές είτε μείωση κερδοφορίας. Ενδεικτικά, ο τομέας των μη μεταλλικών ορυκτών εμφάνισε μείωση κερδών 33%, ο κλάδος των τροφίμων μείωση 29% και των μεταλλικών προϊόντων 66%

Πανελλαδική έρευνα της STAT BANK στις 1.492 σημαντικότερες (βάσει πωλήσεων) εισαγωγικές και εμπορικές επιχειρήσεις της χώρας, που δημοσίευσαν ισολογισμό ως τις 4 Ιουνίου 2010

Μειωμένος κατά 8,1% εμφανίζεται ο συνολικός κύκλος εργασιών των 1.492 μεγαλύτερων (βάσει τζίρου) εισαγωγικών και εμπορικών επιχειρήσεων της χώρας κατά το 2009 σε σχέση με το 2008. Αυτό προκύπτει από την έρευνα της STAT BANK σύμφωνα με την οποία οι συνολικές πωλήσεις των εν λόγω εταιρειών διαμορφώθηκαν στα 48,1 δισεκατομμύρια ευρώ το 2009 έναντι σχεδόν 52 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2008. Οι εν λόγω επιχειρήσεις εμφάνισαν μείωση κερδοφορίας 22,4%. Έτσι τα συνολικά τους προ φόρων κέρδη από 1,295 δισεκατομμύρια ευρώ το 2008 έπεσαν στα 1,005 δισεκατομμύρια ευρώ το 2009.

Οι επιχειρήσεις αυτές, που αποτελούν ένα αξιόλογο δείγμα του συνόλου των εισαγωγικών και εμπορικών επιχειρήσεων της χώρας εργάστηκαν με περιθώριο καθαρού κέρδους 2,1%.

Ενδιαφέρον ωστόσο εμφανίζει και η πορεία της κεφαλαιακής διάρθρωσης των επιχειρήσεων. Τα συνολικά ίδια κεφάλαιά τους αυξήθηκαν από 5,7 κατά 3,5%. Αντίστοιχη (3,6%) ήταν η αύξηση των συνολικών τους υποχρεώσεων. Έτσι, η σχέση ιδίων προς ξένα κεφάλαια παρέμεινε σταθερή στα επίπεδα του 1 προς 2,47, μία σχέση μη ικανοποιητική και ασφαλώς ανησυχητική ενόψει της επιδείνωσης του οικονομικού κλίματος κατά το 2010.