Οπως υπογραμμίζεται το συγκεκριμένο νομοσχέδιο αν και ασχολείται με ζητήματα που κρίνονται αναγκαία με την οργάνωση του τρόπου διαχείρισης και αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου, καθώς και με ζητήματα εκσυγχρονισμού της αγοράς ακινήτων, τελικά δεν στηρίζεται σε μία τεκμηριωμένη γνώση της αγοράς, αλλά ούτε και του συνόλου της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου.
Αυτό και μόνο το γεγονός καθιστά το ΤΕΕ επιφυλακτικό απέναντι στις ρυθμίσεις που εισάγει.Κατά την άποψή του ΤΕΕ πρέπει να προηγηθεί μία εμπεριστατωμένη διερεύνηση των αναγκών του Δημοσίου για στέγαση και του τρόπου προσδιορισμού των αναγκών αυτών σε ένα εύλογο χρονικό ορίζοντα.
Των επιπτώσεων που θα έχουν οι πρακτικές διαχείρισης των ακινήτων που προτείνονται στα έσοδα και έξοδα του Δημοσίου μεσοχρόνια και μακροχρόνια, αλλά και των επιπτώσεων στη συγκεκριμένη αγορά (δεν αποτελεί αυτοτελές επιχείρημα η ύπαρξη αυτών των θεσμών σε άλλες χώρες, όταν δεν υπάρχουν οι αντίστοιχοι κανόνες, εργαλεία και ανταγωνισμός) και, τέλος, των επιπτώσεων στην αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.
Οπως επισημαίνεται, με δεδομένες τις τάσεις συγκέντρωσης που παρατηρούνται σε κάθε αγορά και στη προκείμενη εκφράζονται από τις μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες, τους πιθανούς ξένους επενδυτές, αλλά και τις εταιρείες αξιοποίησης ακίνητης περιουσίας, οι περισσότερες από τις οποίες συνδέονται στενά με μεγάλα τραπεζικά συγκροτήματα, είναι δυνατόν τα ακίνητα του Δημοσίου να προκαλέσουν τάσεις ανόδου των τιμών πρώτα στην αγορά εξειδικευμένων κτιρίων και στη συνέχεια στο σύνολο της αστικής γης.
Κάτι τέτοιο, όμως, θα λειτουργήσει ανασταλτικά στις επενδύσεις σε άλλους τομείς και κλάδους της οικονομίας. Εξάλλου, μακροχρόνια είναι πιθανόν η όλη πρακτική που επιλέγεται να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των δαπανών του Δημοσίου για στέγαση (ενοίκια) η οποία δεν είναι βέβαιο ότι θα αντισταθμιστεί από την αξιοποίηση των χρηματικών πόρων που θα εισπραχθούν από την πώληση των ακινήτων του Δημοσίου.
Επιπροσθέτως, με τις προβλέψεις του σχεδίου νόμου είναι βέβαιο ότι αφαιρείται έργο από το "πιστοποιημένο" κατασκευαστικό δυναμικό της χώρας, καθώς έως σήμερα οι επεκτάσεις, ανακατασκευές, συντηρήσεις όλων των Δημοσίων κτιρίων γίνονταν με τη διαδικασία Δημόσιου Έργου και εκτελούνταν από εργοληπτικές επιχειρήσεις μικρού και μεσαίου μεγέθους. Ταυτόχρονα, με την ανάληψη των εργασιών αυτών από τον κεφαλαιούχο ιδιώτη - "ιδιοκτήτη" πλέον δεν διασφαλίζεται η ποιότητά τους.
Εάν τελικά επιτευχθεί η "οικονομία κλίμακας" που επικαλούνται οι συντάκτες του νομοσχεδίου, τότε αυτό θα γίνει σε βάρος της ποιότητας που διασφαλίζει το λεπτομερές θεσμικό πλαίσιο κατασκευής δημοσίων έργων. Οπωσδήποτε, με την αναμενόμενη, και πιθανά υπερβολική, χρέωση για την καταβολή ενοικίων στο μέλλον, θα υπάρξει σημαντικός περιορισμός των διαθέσιμων πόρων για αναπτυξιακά έργα που χρηματοδοτούνται από τις Δημόσιες Επενδύσεις.
Ως προς τις επιμέρους διατάξεις το ΤΕΕ επισημαίνει ότι οι συμβάσεις που προβλέπονται είναι επαχθείς για το Ελληνικό Δημόσιο. Ο ανώτατος προβλεπόμενος χρόνος μίσθωσης είναι ασύμφορος για το κράτος, καθώς οι ανάγκες της Ελληνικής κοινωνίας και των υπηρεσιών αντίστοιχα, δεν είναι δυνατόν να παραμείνουν ίδιες για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν υπάρχουν προβλέψεις για τις αναπόφευκτες αλλαγές π.χ. λόγω τεχνολογικών εξελίξεων .
Το ΤΕΕ εκφράζει την αντίθεσή του στην ανάθεση, εκτέλεση έργων ή τη σύναψη συμβάσεων κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής νομοθετικής διάταξης, όπως προβλέπεται από το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου. Θεωρεί ότι ο μόνος που θα αποφασίζει για όλη την ακίνητη περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου δεν μπορεί να είναι η κεντρική διοίκηση, δεν μπορούν τα πάντα να αφήνονται στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε υπουργού Οικονομικών.
Είναι αντίθετο, επίσης, στην γενικευμένη φοροαπαλλαγή που προβλέπεται για αυτού του είδους τις συμβάσεις, καθώς κάτι τέτοιο εισάγει το στοιχείο διακριτικής-ευνοϊκής μεταχείρισης υπέρ των σχημάτων που θα δραστηριοποιηθούν σε αυτόν τον τομέα, αλλά όχι μόνο.
Το ΤΕΕ θεωρε



