• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
ΚΕΦΙΜ: Θετική δημοσιονομική εξαίρεση η Ελλάδα, αλλά απατείται πειθαρχία
14:16 - 05 Ιουν 2026

ΚΕΦΙΜ: Θετική δημοσιονομική εξαίρεση η Ελλάδα, αλλά απατείται πειθαρχία

Η έξοδος της Ελλάδας από τη λίστα των χωρών με μακροοικονομικές ανισορροπίες αποτελεί ένδειξη της σημαντικής βελτίωσης που έχει καταγράψει η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια, χωρίς όμως να εξαλείφει την ανάγκη για συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και την προώθηση ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων, σύμφωνα με νέα μελέτη του ΚΕΦΙΜ.  

Η ανάλυση επισημαίνει ότι η δημοσιονομική πορεία της Ελλάδας και της Ευρώπης επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών, καθώς τα υψηλά ελλείμματα και το δημόσιο χρέος συνεπάγονται αυξημένες φορολογικές επιβαρύνσεις και περιορισμένες δυνατότητες βελτίωσης των δημόσιων υπηρεσιών. Παράλληλα, η αξιοπιστία της χώρας στις αγορές επηρεάζει το κόστος δανεισμού, την προσέλκυση επενδύσεων, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και τις αναπτυξιακές προοπτικές.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις μελλοντικές συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις, οι οποίες μεταφέρονται ουσιαστικά στις επόμενες γενιές εργαζομένων και φορολογουμένων, ενώ υπογραμμίζεται ότι ο κοινός ευρωπαϊκός δανεισμός δεν συνιστά «δωρεάν» χρηματοδότηση, καθώς δημιουργεί μακροχρόνιες υποχρεώσεις αποπληρωμής που απαιτούν συνετή διαχείριση.

Η μελέτη για Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση

Η νέα μελέτη πολιτικής με τίτλο «Δημοσιονομικές Προκλήσεις και Προοπτικές: Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση», που υπογράφουν οι Χρήστος Λούκας και Ίων Βαλλιάνος και δημοσιεύεται από το ΚΕΦΙΜ, εξετάζει τη δημοσιονομική πορεία της Ελλάδας, τις προοπτικές της περιόδου 2026-2029, αλλά και τις προκλήσεις που ενδέχεται να προκύψουν από τη διεύρυνση του κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού στο νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, η Ελλάδα συγκαταλέγεται πλέον στις θετικές δημοσιονομικές εξαιρέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από το έλλειμμα 15,4% του ΑΕΠ που καταγράφηκε το 2009, η χώρα πέρασε σε πλεόνασμα 1,3% το 2024, ενώ κατά την τριετία 2023-2025 βρίσκεται ανάμεσα στα πέντε κράτη-μέλη που παρουσίασαν θετικό μέσο δημοσιονομικό αποτέλεσμα, μαζί με τη Δανία, την Κύπρο, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία.

Η σημασία της εξόδου από τις μακροοικονομικές ανισορροπίες

Η πρόσφατη απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αφαιρέσει την Ελλάδα από τη λίστα των χωρών με μακροοικονομικές ανισορροπίες, για πρώτη φορά μετά την οικονομική κρίση, χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα θετική εξέλιξη με ισχυρό συμβολισμό. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη σημαντική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, τη βελτίωση των εξωτερικών ισοζυγίων, τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων.

Ωστόσο, οι συντάκτες της μελέτης προειδοποιούν ότι η πρόοδος δεν πρέπει να οδηγήσει σε εφησυχασμό. Όπως επισημαίνουν, η δημοσιονομική προσαρμογή στηρίχθηκε κυρίως στην αύξηση των εσόδων και λιγότερο στον περιορισμό των δαπανών, ενώ η επόμενη περίοδος συνοδεύεται από σημαντικές προκλήσεις, όπως η άνοδος των συνταξιοδοτικών δαπανών, οι αυξημένες αμυντικές ανάγκες και τα περιορισμένα περιθώρια δημοσιονομικών ελιγμών.

Οι προκλήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο

Η μελέτη καταγράφει παράλληλα μια πιο ανησυχητική εικόνα για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το δημόσιο χρέος των 27 κρατών-μελών ανέρχεται στο 81,7% του ΑΕΠ, ενώ σχεδόν οι μισές χώρες υπερβαίνουν το όριο του 60% που προβλέπει η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Επιπλέον, 22 από τα 27 κράτη-μέλη εμφάνισαν δημοσιονομικά ελλείμματα κατά την περίοδο 2023-2025.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στο λεγόμενο «κρυφό χρέος», δηλαδή στις μελλοντικές συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις που δεν συνοδεύονται από αντίστοιχες αποταμιεύσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, οι υποχρεώσεις αυτές αντιστοιχούν στο 403% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, στο 429% στην Ιταλία και στο 496% στην Ισπανία, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη αξιολόγησης της δημοσιονομικής βιωσιμότητας πέρα από τους συμβατικούς δείκτες χρέους.

Ο κοινός δανεισμός και οι επενδύσεις

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ΚΕΦΙΜ εκτιμά ότι η περαιτέρω διεύρυνση του κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού δεν αποτελεί από μόνη της ασφαλή επιλογή, εφόσον δεν συνοδεύεται από ισχυρούς μηχανισμούς ελέγχου, λογοδοσίας και δημοσιονομικής πειθαρχίας. Όπως σημειώνεται, υπάρχει ο κίνδυνος οι νέοι πόροι να κατευθυνθούν σε βραχυπρόθεσμες δαπάνες και παροχές πολιτικού χαρακτήρα, αντί να χρηματοδοτήσουν παραγωγικές επενδύσεις και διαρθρωτικές αλλαγές.

Η μελέτη καταλήγει ότι το βασικό πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι η έλλειψη δημόσιων πόρων, αλλά η αδυναμία διοχέτευσης των ιδιωτικών αποταμιεύσεων σε παραγωγικές επενδύσεις. Ενδεικτικά, η Ευρωπαϊκή Ένωση υπολείπεται των Ηνωμένων Πολιτειών κατά 19,7 τρισ. ευρώ σε συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις, καθώς σημαντικό μέρος των διαθέσιμων κεφαλαίων παραμένει εγκλωβισμένο σε αναδιανεμητικά συνταξιοδοτικά συστήματα και δεν κατευθύνεται προς τις κεφαλαιαγορές.

Ο Πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, δήλωσε:

«Η πρόσφατη έξοδος της Ελλάδας από τη λίστα των χωρών με μακροοικονομικές ανισορροπίες αποτελεί μια σημαντική αναγνώριση της προόδου που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια. Αυτή η εξέλιξη δεν ήταν αυτονόητη και δεν πρέπει να υποτιμάται.

Ταυτόχρονα, όμως, η δημοσιονομική επιτυχία δεν είναι λόγος εφησυχασμού. Η μελέτη του ΚΕΦΙΜ δείχνει ότι η Ελλάδα, αλλά και συνολικά η Ευρωπαϊκή Ένωση, βρίσκονται μπροστά σε μεγάλες προκλήσεις καθώς το υψηλό δημόσιο χρέος, οι αυξανόμενες συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις, οι πιέσεις στις δημόσιες δαπάνες και η ανάγκη για περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις είναι ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα και αποτελεσματικά.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι για την Ευρώπη ο κοινός δανεισμός πρέπει οπωσδήποτε να συνοδεύεται από αυστηρούς κανόνες, διαφάνεια και λογοδοσία. Χρειαζόμαστε περισσότερη δημοσιονομική υπευθυνότητα, καλύτερη αξιοποίηση των πόρων, βαθύτερες μεταρρυθμίσεις και ενεργοποίηση των ιδιωτικών αποταμιεύσεων προς παραγωγικές επενδύσεις. Η εμπειρία της Ελλάδας δείχνει τόσο τις καταστροφικές συνέπειες της δημοσιονομικής χαλαρότητας όσο και ότι η δημοσιονομική προσαρμογή είναι μεν δύσκολη, αλλά εφικτή. Το ζητούμενο τώρα είναι να προστατεύσουμε αυτή την πρόοδο και να τη μετατρέψουμε σε βιώσιμη ανάπτυξη για τα επόμενα χρόνια».