Παρά το δυσμενές κλίμα που επικρατεί στην Ευρωζώνη, οι ελληνικοί τίτλοι διατηρούν σταθερή πορεία, με τα spreads τους να παραμένουν σε επίπεδα αντίστοιχα ή ακόμη και οριακά καλύτερα από εκείνα άλλων χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας, όπως η Ιταλία.
Από την έναρξη της τελευταίας διεθνούς αναταραχής, η απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου δεν έχει ξεπεράσει το 4%, σε αντίθεση με τις αποδόσεις των αντίστοιχων γαλλικών και ιταλικών τίτλων.
Όπως επισημαίνει πρόσφατη μελέτη του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, η διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και η προώθηση μεταρρυθμίσεων που στηρίζουν την ανάπτυξη αποτελούν βασικούς παράγοντες για τη συγκράτηση του κόστους δανεισμού και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, λειτουργούν ως «ασπίδα» απέναντι στις επιπτώσεις των διεθνών αναταράξεων τόσο στην οικονομία όσο και στην αγορά κρατικών ομολόγων.
Το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου παραμένει σταθερά και για μεγάλο χρονικό διάστημα χαμηλότερο από εκείνο άλλων χωρών της Ευρωζώνης. Ενδεικτικά, υπολείπεται κατά 13 μονάδες βάσης, ή 0,13% σε ετήσια βάση, του αντίστοιχου ιταλικού κόστους και κατά 17 μονάδες βάσης, ή 0,17%, του γαλλικού. Η εξέλιξη αυτή ευνοεί όχι μόνο το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά και τις ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες μπορούν να εξασφαλίζουν χρηματοδότηση με μικρότερο κόστος σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους, ενισχύοντας έτσι τις προοπτικές της οικονομικής δραστηριότητας.
Οι συνθήκες στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν επιβαρυνθεί από τις αρχές του 2026, κυρίως λόγω της αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας που προκαλεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, αλλά και των πληθωριστικών πιέσεων που προκάλεσε η άνοδος των διεθνών τιμών ενέργειας. Οι επενδυτές αναθεώρησαν ανοδικά τις εκτιμήσεις τους για τον πληθωρισμό και τα βασικά επιτόκια, οδηγώντας σε μεγαλύτερη μεταβλητότητα στις διεθνείς αγορές ομολόγων και μετοχών και σε συνολική επιδείνωση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα εξακολούθησαν να επιδεικνύουν ισχυρή ανθεκτικότητα. Οι διαδοχικές αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης της χώρας, σε συνδυασμό με τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και τη συνεχή μείωση του δημόσιου χρέους, ενίσχυσαν το ενδιαφέρον των επενδυτών για τους ελληνικούς τίτλους.
Έτσι, παρότι οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων κινήθηκαν ανοδικά ακολουθώντας τη γενικότερη τάση στις ευρωπαϊκές αγορές, η εικόνα τους παρέμεινε συγκριτικά ευνοϊκή. Η άνοδος των αποδόσεων αποδίδεται ουσιαστικά στις διεθνείς εξελίξεις και στη μετάδοση των πιέσεων από τις διεθνείς αγορές.
Την ίδια ώρα, η βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας του Ελληνικού Δημοσίου εξακολουθεί να έχει θετικό αντίκτυπο και στην αξιολόγηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Αυτό έχει συμβάλει στη μείωση του κόστους χρηματοδότησης των συστημικών τραπεζών και στη διευκόλυνση της πρόσβασής τους στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.
Τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος επιβεβαιώνουν το έντονο ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών για τους ελληνικούς τίτλους. Οι τοποθετήσεις μη κατοίκων σε ελληνικά κρατικά ομόλογα και έντοκα γραμμάτια αυξήθηκαν κατά 9,1 δισ. ευρώ, ενώ επιπλέον 1,5 δισ. ευρώ κατευθύνθηκε σε μετοχές ελληνικών επιχειρήσεων.
Παράλληλα, υπάρχουν αρκετοί παράγοντες που μπορούν να στηρίξουν τη θετική πορεία των ελληνικών ομολόγων. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει το ευνοϊκό μακροοικονομικό περιβάλλον, με τη δημοσιονομική υπεραπόδοση να ξεχωρίζει, δημιουργώντας επιπλέον περιθώρια για νέες αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης του ελληνικού χρέους.
Αναβαθμίσεις πιστοληπτικής ικανότητας
Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης εξακολουθούν να διατηρούν θετική στάση απέναντι στα ελληνικά ομόλογα και για το 2026, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων αναβαθμίσεων. Ωστόσο, η αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα διεθνώς περιορίζει την ορατότητα για την πορεία των αγορών.
Η Ελλάδα αναμένει νέες αξιολογήσεις της πιστοληπτικής της ικανότητας από τους διεθνείς οίκους. Τον επόμενο μήνα η ελληνική οικονομία θα βρεθεί στο μικροσκόπιο των DBRS, Moody's και Scope, ενώ τον Οκτώβριο θα ακολουθήσει η αξιολόγηση από τη Standard & Poor's και τον Νοέμβριο από τη Fitch.
Οι αξιολογήσεις του Ελληνικού Δημοσίου από όλους τους οίκους που αναγνωρίζονται στο πλαίσιο του Ευρωσυστήματος, δηλαδή Fitch, Moody's, Morningstar-DBRS, Scope Ratings και S&P, βρίσκονται πλέον στην επενδυτική βαθμίδα.
Μετά τις αλλεπάλληλες αναβαθμίσεις των τελευταίων ετών, οι S&P, Fitch, Morningstar-DBRS και Scope Ratings κατατάσσουν σήμερα το ελληνικό κρατικό αξιόχρεο στη βαθμίδα ΒΒΒ, ενώ η Moody's το αξιολογεί σε Baa3, επίπεδο που αντιστοιχεί σε ΒΒΒ-.
Πρόωρη αποπληρωμή χρέους
Ένα ακόμη μήνυμα εμπιστοσύνης προς τις αγορές επιχειρεί να εκπέμψει η κυβέρνηση μέσω της στρατηγικής για ταχύτερη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Το σχέδιο βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη και περιλαμβάνει την πρόωρη εξόφληση δανείων με ημερομηνίες λήξης μεταξύ 2033 και 2042.
Με την επιλογή αυτή, το Ελληνικό Δημόσιο θέλει να καταστήσει σαφές προς τους θεσμούς, τους οίκους αξιολόγησης και κυρίως προς τη διεθνή επενδυτική κοινότητα ότι εφαρμόζει μια προνοητική και έγκαιρη στρατηγική διαχείρισης του χρέους. Στόχος είναι να περιοριστούν ακόμη περισσότερο οι ήδη χαμηλές ετήσιες μικτές χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας και μετά το 2032.
Οι πρόωρες αποπληρωμές δημοσίου χρέους που προγραμματίζονται για το 2026 αναμένεται να φτάσουν συνολικά περίπου τα 12,84 δισ. ευρώ.
Με βάση τα στοιχεία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η μέση σταθμική διάρκεια του χρέους που προεξοφλείται ανέρχεται σε 7,1 χρόνια, ενώ το μέσο σταθμικό κόστος εξυπηρέτησής του διαμορφώνεται περίπου στο 2,9%.
Η μείωση των τόκων δημιουργεί για το Ελληνικό Δημόσιο ετήσιο όφελος περίπου 370 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, η κυβέρνηση αξιοποιεί τα πλεονάζοντα ταμειακά διαθέσιμα, των οποίων οι αποδόσεις είναι αισθητά χαμηλότερες από το μέσο κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους. Με τις ίδιες παραδοχές, το συνολικό όφελος σε ορίζοντα επταετίας υπολογίζεται σε τουλάχιστον 2,6 δισ. ευρώ.
Σημαντική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους
Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι από φέτος η Ελλάδα αναμένεται να πάψει να αποτελεί την πλέον υπερχρεωμένη χώρα της Ευρώπης. Θα περάσει στη δεύτερη θέση, πίσω από την Ιταλία, με το χρέος να διαμορφώνεται στο 137% του ΑΕΠ. Παράλληλα, οι προβλέψεις δείχνουν ότι η πτωτική πορεία θα συνεχιστεί, με τον δείκτη χρέους να υποχωρεί κάτω από το 110% του ΑΕΠ έως το 2031.
Ο γερμανικός οίκος αξιολόγησης Scope Ratings προβλέπει σημαντική αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεσή του, ο δείκτης αναμένεται να μειωθεί στο 107% του ΑΕΠ το 2031, από 136% φέτος και 128% το 2027.
Εφόσον επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις αυτές, η ταχεία αποκλιμάκωση θα οδηγήσει την Ελλάδα το 2031 σε χαμηλότερο επίπεδο χρέους όχι μόνο από την Ιταλία, την οποία αναμένεται να ξεπεράσει ήδη από φέτος, αλλά και από τη Γαλλία και το Βέλγιο. Έτσι, η χώρα θα πλησιάσει τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, όπου το δημόσιο χρέος προβλέπεται να βρίσκεται στο 90% του ΑΕΠ το 2031, παραμένοντας περίπου στο ίδιο επίπεδο με το 2027.
BofA-ΗΠΑ: «Οτιδήποτε εκτός από ομόλογα»
Την ίδια στιγμή, η Bank of America εκπέμπει προειδοποιητικό σήμα προς τους επενδυτές ομολόγων, καθώς το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ προσεγγίζει τα 40 τρισ. δολάρια. Η αμερικανική τράπεζα χρησιμοποιεί τη φράση «Οτιδήποτε εκτός από ομόλογα» και εκτιμά ότι το αμερικανικό χρέος θα μπορούσε να φτάσει τα 50 τρισ. δολάρια έως το 2029.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με την ανάλυση, δεν είναι μόνο το μέγεθος του αμερικανικού χρέους. Η βασική ανησυχία αφορά την ανάγκη της κυβέρνησης να αναχρηματοδοτεί διαρκώς τις υφιστάμενες υποχρεώσεις της και ταυτόχρονα να εκδίδει νέο χρέος. Αυτό αυξάνει την προσφορά κρατικών ομολόγων που καλούνται να απορροφήσουν οι επενδυτές.
Εάν η ζήτηση για το αμερικανικό χρέος μειωθεί στα υφιστάμενα επίπεδα αποδόσεων, το Δημόσιο θα πρέπει να προσφέρει υψηλότερα επιτόκια προκειμένου να προσελκύσει αγοραστές.
Οι νέες εκδόσεις ομολόγων γίνονται έτσι πιο ελκυστικές, καθώς παρέχουν υψηλότερο εισόδημα, ενώ την ίδια στιγμή τα ήδη εκδοθέντα ομόλογα χάνουν μέρος της αξίας τους όταν οι αποδόσεις της αγοράς αυξάνονται. Η επίδραση είναι εντονότερη όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια ενός τίτλου, καθώς η τιμή των μακροπρόθεσμων ομολόγων είναι περισσότερο ευάλωτη στις μεταβολές των επιτοκίων.
Ως αποτέλεσμα, τα ομόλογα μεγάλης διάρκειας αντιμετωπίζουν αυξημένους κινδύνους, εφόσον οι επενδυτές εξακολουθήσουν να απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις προκειμένου να αντισταθμίσουν τους δημοσιονομικούς και πληθωριστικούς κινδύνους.



