Το υπόβαθρο
Το FCAS δεν είναι ένα καινούριο εγχείρημα. Ανακηρύχθηκε από τον γαλλογερμανικό άξονα ήδη από το 2017 ως πρότζεκτ προτεραιότητας. Πρόκειται για ένα φιλόδοξο πρόγραμμα αναβάθμισης της αεροπορικής άμυνας, που περιλαμβάνει μαχητικά αεροσκάφη και ψηφιακά διασυνδεδεμένα drones τα οποία θα επιχειρούν από κοινού. Την εποχή εκείνη θεωρήθηκε μεγάλη τομή για την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία.
Μετά από χρόνια καθυστερήσεων και δυσκολιών, τόσο ο Φρίντριχ Μερτς όσο και ο Εμανουέλ Μακρόν επιχείρησαν να δώσουν νέα ώθηση στο πρόγραμμα. Ωστόσο, οι διαφορές παραμένουν και πλέον η πρωτοβουλία φαίνεται να οδεύει προς κρίσιμο σημείο.
Οι πλευρές επιδίωκαν πριν από τα Χριστούγεννα να βρουν μια συμβιβαστική λύση, κάτι που δεν κατέστη εφικτό. Αυτή τη στιγμή, αμφότερες επιθυμούν μια συμφωνία που θα επιτρέπει κοινή ανάπτυξη τεχνογνωσίας σε όλα τα πεδία του πρότζεκτ, αλλά με δυνατότητα εθνικής παραγωγής και χρήσης των μαχητικών ξεχωριστά. Η προσέγγιση αυτή, ωστόσο, απορρίπτεται από τη γαλλική πλευρά. Και σε αυτό το ζήτημα, Παρίσι και Βερολίνο μοιάζουν να βρίσκονται σε διαφορετικό «σύμπαν».
Επιχειρηματικά συμφέροντα, πρακτικά προβλήματα και ερωτηματικά
Η Dassault επιχειρεί να διασφαλίσει ηγετικό ρόλο και κυριαρχία στα δικαιώματα του πρότζεκτ. Δεν πρόκειται απλώς για την κατασκευή ενός νέου μαχητικού αεροσκάφους, αλλά για ένα ολοκληρωμένο σύστημα, ψηφιακά διασυνδεδεμένο με drones που θα επιχειρούν συνδυαστικά με τα επανδρωμένα αεροσκάφη.
Όταν το 2017 ξεκίνησε η επεξεργασία του FCAS, η σημασία των drones δεν είχε ακόμη αναδειχθεί στον βαθμό που γνωρίζουμε σήμερα. Ο πόλεμος στην Ουκρανία άλλαξε ριζικά την εικόνα, αναδεικνύοντας τον κεντρικό ρόλο τους στο σύγχρονο πεδίο μάχης.
Η Dassault διαθέτει ήδη σημαντική τεχνογνωσία, καθώς κατασκευάζει τα Rafale, τα οποία μπορούν να μεταφέρουν και πυρηνικά όπλα. Με βάση αυτό το πλεονέκτημα, ο γαλλικός όμιλος διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία στο πρόγραμμα. Η στάση αυτή δεν ικανοποιεί τη γερμανική πλευρά, η οποία υποστηρίζει ότι συμβάλλει με σημαντικά κεφάλαια και δεν προτίθεται να χρηματοδοτήσει ένα καθαρά γαλλικό πρόγραμμα.
Το FCAS είναι πρωτίστως πολιτικό πρότζεκτ, όμως η υλοποίησή του βασίζεται σε επιχειρηματικούς κολοσσούς: τη Dassault και την Airbus. Στον γαλλικό όμιλο γνωρίζουν ότι η Γαλλία έχει διαρκή ανάγκη τα οπλικά συστήματα που παράγει και ότι θα συνεχίσει να λαμβάνει εθνικές αναθέσεις. Θεωρητικά, δεν εξαρτάται απόλυτα από τη γερμανική συμμετοχή, ενώ δεν επιθυμεί να μοιραστεί κρίσιμη τεχνογνωσία.
Παράλληλα, μια βαθύτερη σύμπραξη με τη Γερμανία θα μπορούσε να περιορίσει τις εξαγωγικές δυνατότητες του αεροπορικού συστήματος. Η γερμανική νομοθεσία είναι αυστηρότερη ως προς τις εξαγωγές όπλων, και σε ορισμένες χώρες όπου η Γαλλία διατηρεί στενές σχέσεις, το Βερολίνο επιβάλλει περιορισμούς ή και πλήρη απαγόρευση.
Η αντιπαράθεση γύρω από το FCAS αναδεικνύει τις δυσκολίες των ευρωπαϊκών κρατών να συγκροτήσουν μια λειτουργική και πραγματικά κοινή αμυντική βιομηχανία, παρά το γεγονός ότι αυτή θεωρείται αναγκαία μετά από σχεδόν τέσσερα χρόνια πολέμου στην Ουκρανία. Στην Ευρώπη εξακολουθούν να συνυπάρχουν πολλαπλά και συχνά ασύμβατα οπλικά συστήματα. Η ανάγκη για μεγαλύτερη κοινή παραγωγή είναι εμφανής, ωστόσο όταν αυτή υλοποιείται με εθνικούς όρους, προκύπτουν εμπόδια όπως τα παραπάνω.
Παράλληλα, τίθεται το ερώτημα εάν το φιλόδοξο πρόγραμμα έχει εν μέρει ξεπεραστεί από τις εξελίξεις. Οι Ουκρανοί έχουν αποδείξει ότι τα drones διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην άμυνα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υποβαθμίζεται η σημασία των μαχητικών αεροσκαφών, τα οποία εξακολουθούν να αποτελούν φορείς πυρηνικής αποτροπής. Η διάσταση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, εάν η Γαλλία κληθεί να ενισχύσει ή να επεκτείνει τη δική της – σαφώς πιο περιορισμένη σε σχέση με των ΗΠΑ – πυρηνική ασπίδα.
Επιπλέον, οι δύσκολες δημοσιονομικές συνθήκες και στις δύο χώρες συνιστούν πρόσθετη πρόκληση. Δεν λείπουν, τέλος, οι φωνές που υποστηρίζουν ότι η δομή του FCAS ήταν εξαρχής προβληματική, ότι η πολιτική βούληση υπερέβαινε τη βούληση των επιχειρήσεων, ενώ οι διαδικασίες χαρακτηρίζονται από υπερβολική πολυπλοκότητα και γραφειοκρατία.
Τα επόμενα βήματα
Το Βερολίνο αναζητά ήδη εναλλακτικές. Σύμφωνα με το Politico, πραγματοποιήθηκε πρόσφατα συνάντηση στη γερμανική καγκελαρία με τη συμμετοχή του CEO της Airbus και Ισπανών εκπροσώπων της κοινοπραξίας. Το γεγονός αυτό γεννά ερωτήματα για το κατά πόσο η γερμανική πλευρά διερευνά εναλλακτικούς «συμμάχους».
Κι ενώ στη Γαλλία οι περισσότεροι θεωρούν το πρόγραμμα ουσιαστικά «νεκρό», ο Μερτς πιέζει για ταχεία επίλυση. Σε περίπτωση κατάρρευσης των διαπραγματεύσεων, το Βερολίνο εξετάζει το ενδεχόμενο ανάπτυξης καθαρά εθνικού μαχητικού αεροσκάφους. Παράλληλα, βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις με τη Σουηδία και τη Βρετανία. Υπάρχει ακόμη και η σκέψη συμμετοχής της Γερμανίας στο πρόγραμμα GCAP, στο οποίο συμμετέχουν η Ιταλία, η Βρετανία και η Ιαπωνία.
Εάν το FCAS καταρρεύσει, δεν θα πληγεί άμεσα η ευρωπαϊκή άμυνα. Ωστόσο, θα επιβεβαιωθεί για ακόμη μία φορά η δυσκολία των Ευρωπαίων να προωθήσουν κοινά αμυντικά προγράμματα. Παράλληλα, θα δυσχερανθεί η στρατηγική αυτονόμησης από τις ΗΠΑ, με ορισμένους να προειδοποιούν ακόμη και για το αντίστροφο αποτέλεσμα: μεγαλύτερη εξάρτηση από την αμερικανική αμυντική βιομηχανία.







