Στην ομιλία του, υπογράμμισε ότι, έπειτα από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες παρουσίας ως Eurometaux, η ένωση εισέρχεται σε μια νέα, πιο ισχυρή και διεθνοποιημένη φάση, υιοθετώντας ένα νέο όνομα που αποτυπώνει τη φιλοδοξία της να εκπροσωπήσει πιο αποτελεσματικά τον κλάδο των μη σιδηρούχων μετάλλων στις Βρυξέλλες.
Όπως σημείωσε, δεν πρόκειται απλώς για αλλαγή ταυτότητας, αλλά για μια συνολική επανεκκίνηση του τρόπου με τον οποίο ο κλάδος τοποθετείται και συνεργάζεται με τους θεσμούς και τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους φορείς. Τα ευρωπαϊκά μη σιδηρούχα μέταλλα, τόνισε, αποτελούν βασικό πυλώνα της ενεργειακής μετάβασης, της ψηφιοποίησης, αλλά και της άμυνας και της ασφάλειας της ηπείρου.
Έφερε μάλιστα συγκεκριμένα παραδείγματα για να καταδείξει τη σημασία της εγχώριας παραγωγής: μια ανεμογεννήτρια από κινεζικό αλουμίνιο, καλώδια διαδικτύου από ινδικό χαλκό ή ένα πολεμικό πλοίο με ινδονησιακό νικέλιο δεν μπορούν, όπως είπε, να εγγυηθούν πραγματική ενεργειακή, ψηφιακή ή αμυντική ασφάλεια. «Η Ευρώπη χρειάζεται μέταλλα που παράγονται εντός των συνόρων της», υπογράμμισε.
Ο κ. Μυτιληναίος επισήμανε ότι ο ευρωπαϊκός κλάδος μετάλλων βρέθηκε για χρόνια σε θέση άμυνας, επιβαρυμένος από υπερβολική ρύθμιση, υψηλό ενεργειακό κόστος και αθέμιτες εμπορικές πρακτικές τρίτων χωρών. Κατά την άποψή του, αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί.
Αναγνώρισε, ωστόσο, ότι το τελευταίο διάστημα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δώσει μεγαλύτερη έμφαση στη βιομηχανική πολιτική και την ανταγωνιστικότητα, ιδίως μετά τις εκθέσεις των Ντράγκι και Λέτα. Επισήμανε πρωτοβουλίες όπως το Σχέδιο Δράσης για τον Χάλυβα και τα Μέταλλα, το Clean Industrial Deal και το RESourceEU, οι οποίες κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Χαιρέτισε επίσης την τοποθέτηση του εκτελεστικού αντιπροέδρου Σεζουρνέ υπέρ της προτίμησης ευρωπαϊκών προϊόντων, ειδικά μέσω των δημόσιων προμηθειών και της προστασίας στρατηγικών τομέων.
Παρά τις θετικές εξαγγελίες, όμως, τόνισε ότι η βιομηχανία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις. Υπενθύμισε ότι το τελευταίο χυτήριο πυριτίου στην Ευρώπη έκλεισε τον Δεκέμβριο του 2025, ενώ πολλές μονάδες παραμένουν εκτός λειτουργίας μετά την ενεργειακή κρίση του 2022.
Την ίδια ώρα, όπως ανέφερε, η Κίνα εγκαινίασε το μεγαλύτερο εργοστάσιο ανακύκλωσης μετάλλων παγκοσμίως, η Ινδία επεκτείνει δυναμικά την παραγωγή αλουμινίου και χαλκού με πλεονάζουσα δυναμικότητα, ενώ και στις ΗΠΑ ανακοινώθηκε νέο μεγάλο πρωτογενές χυτήριο αλουμινίου. Σε αυτό το διεθνές περιβάλλον, η Ευρώπη εξακολουθεί να παλεύει με περικοπές παραγωγής και κλεισίματα μονάδων.
Ο πρόεδρος της European Metals ζήτησε άμεσα μέτρα, όπως περιορισμούς στις εξαγωγές scrap αλουμινίου και αντίστοιχη αντιμετώπιση για τον χαλκό. Επισήμανε την ανάγκη ουσιαστικής ελάφρυνσης από το υψηλό ενεργειακό κόστος και άσκησε κριτική στο Clean Industrial State Aid Framework (CISAF), το οποίο –όπως είπε– θέτει τόσο αυστηρούς όρους που στην πράξη καθιστά μη αξιοποιήσιμη τη στήριξη. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην πρόβλεψη χρηματοδότησης μόνο για επιτόπου παραγόμενη καθαρή ενέργεια, σημειώνοντας ότι οι ανάγκες ενός χυτηρίου αλουμινίου σε φωτοβολταϊκά θα απαιτούσαν τεράστιες εκτάσεις.
Ζήτησε επίσης την άμεση εφαρμογή πρωτοβουλιών όπως το Green Pool ή το ιταλικό μοντέλο σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς και την επιτάχυνση και απλοποίηση των αδειοδοτήσεων για στρατηγικά έργα που εμπίπτουν στον Κανονισμό για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες (CRMA).
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στο κόστος του ETS, προτείνοντας έναν «μηχανισμό έκτακτης παρέμβασης» για την αποτροπή επιβαρύνσεων, ξεκινώντας από τα fallback benchmarks από τον Ιανουάριο του 2026. Όπως ανέφερε, δεν είναι δυνατόν να επιδιώκεται η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας, ενώ ταυτόχρονα επιβάλλονται υπέρμετρα κόστη χωρίς επαρκή τεκμηρίωση.
Τέλος, στάθηκε στην ανάγκη για στοχευμένη χρηματοδότηση στρατηγικών έργων, επισημαίνοντας ότι το Finance Hub του RESourceEU είναι ένα πρώτο βήμα, αλλά απαιτείται ταχεία υλοποίηση και ουσιαστική κεφαλαιακή στήριξη. Πρότεινε, μάλιστα, καινοτόμα εργαλεία, όπως η θέσπιση κατώτατης τιμής για κρίσιμα μέταλλα –όπως το γάλλιο– ώστε να προστατεύονται οι ευρωπαϊκές επενδύσεις από πιθανές χειραγωγήσεις τιμών από τρίτες χώρες.
Καταλήγοντας, προειδοποίησε ότι ο χρόνος είναι περιορισμένος και πως, αν δεν ληφθούν άμεσα αποφάσεις, σε λίγα χρόνια η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία ενδέχεται να αποτελεί παρελθόν. Εξέφρασε την ελπίδα ότι, όπως η Ένωση περνά σε μια νέα εποχή, έτσι και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί θα επιδείξουν μεγαλύτερη φιλοδοξία και αποφασιστικότητα για να στηρίξουν ουσιαστικά τον κλάδο των European Metals.






