Διαφορετικές προτεραιότητες
Ο Εμανουέλ Μακρόν κατάφερε να τραβήξει πολλάκις τα βλέμματα πάνω του τις περασμένες εβδομάδες: Στοχοποιήθηκε από τον Ντόναλντ Τραμπ, απείλησε με ενεργοποίηση του περίφημου «μπαζούκα» κατά των ΗΠΑ σε περίπτωση κλιμάκωσης στο ζήτημα της Γροιλανδίας υπό την απειλή δασμών, απαίτησε την επαναφορά των απευθείας συνομιλιών Βρυξελλών–Μόσχας, δήλωσε αντίθετος στη συμφωνία Mercosur και, κυρίως, τάχθηκε υπέρ της κοινής έκδοσης ευρωπαϊκού χρέους και της ενίσχυση της οικονομίας μέσω κρατικών παρεμβάσεων. Τα αιτήματα και τις θέσεις αυτές διατύπωσε, μεταξύ άλλων, μέσω συνεντεύξεών του σε έξι διαφορετικές μεγάλες ευρωπαϊκές εφημερίδες.
Ποιες είναι, όμως, οι ενστάσεις του Βερολίνου; Ο Μερτς εμφανίστηκε διστακτικός ως προς την ενεργοποίηση του «μπαζούκα» κατά των ΗΠΑ και τάχθηκε υπέρ μιας πιο «ψύχραιμης» προσέγγισης απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ. Ο λόγος είναι απλός, καθώς μια τέτοια κίνηση θα έπληττε τις γερμανικές εξαγωγές. Αντιθέτως, η κλιμάκωση ενός εμπορικού πολέμου θα είχε πιο ελεγχόμενες συνέπειες για τη γαλλική οικονομία, η οποία δεν είναι στον ίδιο βαθμό εξαρτημένη από τις εξαγωγές όσο η γερμανική.
Η γκρίνια για τον «υποκριτή» Μακρόν
Παρόλα αυτά, στο Βερολίνο γνωρίζουν ότι οι χρυσές εποχές των σχέσεων ΕΕ–ΗΠΑ αποτελούν παρελθόν και επιδιώκουν άνοιγμα σε νέες αγορές, όπως στα κράτη της Mercosur, στην Ινδία και, πιθανώς, στην Αυστραλία. Ωστόσο, ο Μακρόν τάχθηκε κατά της Mercosur, χαρακτηρίζοντάς τη «κακή συμφωνία». Η ενεργοποίησή της έχει «φρενάρει» λόγω της παραπομπής της από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, με τη στάση των Γάλλων ευρωβουλευτών να είναι κομβικής σημασίας. Οι Γερμανοί θεωρούν ότι ο Μακρόν παρουσιάζεται ως ευρωπαϊστής, αλλά διστάζει όταν πρόκειται για τολμηρότερα μέτρα ευρωπαϊκής ενοποίησης και αυτονόμησης, και εκτιμούν ότι αυτό αποδείχθηκε και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Μάλιστα θεωρούν ότι η άμεση ενεργοποίηση της συμφωνίας θα έστελνε ένα ηχηρό μήνυμα στον Λευκό Οίκο και ότι θα έδινε σημαντική ώθηση στην ευρωπαϊκή αυτονομία που φαίνεται πλέον να είναι μονόδρομος.
Οι ευρωρωσικές σχέσεις και το ευρωομόλογο
Διαφορετική είναι επίσης η προσέγγιση ως προς το μέλλον των σχέσεων της Ευρώπης με τη Ρωσία. Παρόλο που τόσο το Βερολίνο όσο και το Παρίσι τάσσονται ξεκάθαρα υπέρ της Ουκρανίας, ο Μακρόν επιμένει ότι πρέπει να ανοίξει ξανά η απευθείας επικοινωνία με τον Πούτιν. Ο Μερτς, από την άλλη, επιμένει σε μια πιο σκληρή γραμμή απέναντι στη Μόσχα. Επιπλέον, ήδη από την εποχή Σολτς, οι Γερμανοί εξέφραζαν παράπονα ότι αναλάμβαναν μεγαλύτερο βάρος τόσο στην παροχή αμυντικού υλικού στο Κίεβο όσο και στην φιλοξενία και ενσωμάτωση Ουκρανών προσφύγων (ενδεικτικά: η Γερμανία φιλοξενεί πάνω από 1 εκατ., ενώ η Γαλλία μόλις περίπου 74.000), θεωρώντας ότι ο Μακρόν έμενε περισσότερο στα λόγια παρά στις πράξεις.
Πλέον, οι διαφορές φαίνεται να κορυφώνονται με την πρόταση για έκδοση ευρωομολόγου, την οποία επαναφέρει στο τραπέζι ο Μακρόν. Υποστηρίζει ότι μέσω αυτού θα τονωθεί η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα. Παράλληλα, θεωρεί απαραίτητες τις δυναμικότερες παρεμβάσεις στην αγορά, με το επιχείρημα ότι ΗΠΑ και Κίνα πράττουν ήδη το ίδιο, στρεβλώνοντας τον ανταγωνισμό.
Η αρνητική στάση του Μερτς είχε φανεί ήδη από τον περασμένο Δεκέμβριο, όταν είχε ταχθεί υπέρ της χρήσης των ρωσικών assets, παρά το γεγονός ότι στις Βρυξέλλες (αλλά και στο πολιτικό Βερολίνο) είναι εδώ και χρόνια γνωστό πως τυχόν χρήση τους θα είχε ευρείες νομικές συνέπειες και θα μπορούσε να προκαλέσει κρίση εμπιστοσύνης των αγορών στην Ευρωζώνη. Εν τέλει, προκρίθηκε η έκδοση κοινού χρέους, την οποία, ωστόσο, το Βερολίνο αποδέχεται μόνο βραχυπρόθεσμα και αποκλειστικά για ζητήματα ασφάλειας, ενώ η σημερινή γαλλική ηγεσία θα επιθυμούσε ευρύτερη χρήση. Σε αυτήν την περίπτωση αντιστρέφεται το επιχείρημα περί εικονικού ευρωπαϊσμού, καθώς οι Γερμανοί εμφανίζονται – από κοινού με τους «σκληρούς» του Βορρά – ως εκείνοι που αποτρέπουν πρωτοβουλίες περαιτέρω εμβάθυνσης του μπλοκ.
Στα ζητήματα άμυνας, η κρίση αποτυπώνεται και στο κοινό εξοπλιστικό πρόγραμμα FCAS, το οποίο «τρέχει» εδώ και αρκετά χρόνια, αλλά φαίνεται να οδεύει προς κατάρρευση λόγω ανεπαρκών πολιτικών χειρισμών και αγεφύρωτων διαφωνιών μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρηματικών φορέων.
Το Βερολίνο στρέφεται προς τη Ρώμη
Το ενδιαφέρον στην όλη υπόθεση είναι ότι κατά του ευρωομολόγου τάσσεται αυτή τη στιγμή η Ιταλία. Αν και η Ιταλία δεν απορρίπτει κατ’ αρχήν την ιδέα, η κυβέρνησή της θεωρεί πως υπό τις παρούσες συνθήκες το εγχείρημα είναι υπερβολικά φιλόδοξο, καθώς υπάρχει έντονη διχογνωμία μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Σημειώνεται ότι η ιταλική στάση ενδέχεται να σχετίζεται με το γεγονός ότι Μελόνι και Μακρόν δεν διατηρούν τις καλύτερες σχέσεις, ενώ η γραμμή της «ψυχραιμίας» απέναντι στον Τραμπ και η σταθερή φιλοουκρανική στάση της Ρώμης έχουν φέρει τη Μελόνι πιο κοντά στον Μερτς, όπως και το ιταλικό «πράσινο φως» για τη Mercosur. Η διάθεση στενότερης συνεργασίας Βερολίνου–Ρώμης φάνηκε, εξάλλου, κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Γερμανού καγκελάριου στη Ρώμη, όπου υπογράφηκαν σημαντικές συμφωνίες για την ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας.
Δύο αποδυναμωμένες ηγεσίες και το στοίχημα ανάδειξης νέων παικτών
Στο Βερολίνο, πάντως, θεωρούν τον Μακρόν αποδυναμωμένο, λόγω της εσωτερικής πολιτικής του φθοράς και του γεγονότος ότι δεν μπορεί να είναι εκ νέου υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές. Ωστόσο, και στη Γερμανία θα διεξαχθούν πέντε κρατιδιακές εκλογές τους επόμενους μήνες, από τις οποίες αναμένεται να βγει ενισχυμένη η ακροδεξιά AfD. Ως εκ τούτου, δεν αποκλείεται η θέση του Μερτς στην καγκελαρία να «τρίξει», δεδομένου ότι η πλειοψηφία που διαθέτει στην ομοσπονδιακή Βουλή είναι ισχνή.
Ο γαλλογερμανικός άξονας βρίσκεται, επομένως, σε εμφανή κρίση και, με τα σημερινά δεδομένα, δεν φαίνεται ότι θα ανακάμψει σύντομα. Σε αυτό το πλαίσιο διαγράφονται δύο σενάρια: είτε οι διεργασίες για βαθύτερες τομές εντός της ΕΕ θα μπλοκαριστούν είτε θα αναπτυχθούν νέοι συσχετισμοί δυνάμεων και θα αναδειχθούν νέοι παίκτες.