Συγκεκριμένα, η έκθεση της Fitch σημειώνει ότι η πολιτική απάντηση στην κρίση -που περιλαμβάνει τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθεροποίησης των 500 δισ. ευρώ, την απόφαση της ΕΚΤ να αγοράσει κρατικά ομόλογα όταν προκύπτουν "δυσλειτουργίες" στις αγορές καθώς και η επιταχυνόμενη μείωση των ελλειμμάτων από ορισμένα κράτη μέλη – καθιστούν τον κίνδυνο διάσπασης της Ευρωζώνης ακόμα πιο μακρινό, στον απόηχο των μεγάλων νομικών και χρηματοοικονομικών εμποδίων και δαπανών που συνδέονται με το ενδεχόμενο της διάσπασης.
Ωστόσο, το ενδεχόμενο και νέων επεισοδίων ακραίας μεταβλητότητας στις αγορές είναι πιθανό έως ότου διασφαλιστεί η οικονομική ανάκαμψη και ο περιορισμός των ελλειμμάτων (και σταδιακά του χρέους) και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητα είναι πλήρως λειτουργικός, προειδοποιεί ο οίκος.
Η κρίση εμπιστοσύνης στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ευρώ, προσθέτει η Fitch, αντανακλά τη σοβαρότητα των μακροοικονομικών ανισορροπιών εντός της περιοχής, τον σκεπτικισμό για την ικανότητα των οικονομιών της ζώνης να προσαρμοστούν ελλείψει νομισματικής και συναλλαγματικής ευελιξίας, αλλά και τις αμφιβολίες για την ισχύ της πολιτικής δέσμευσης στη ζώνη του ευρώ, δεδομένης της αρχικής διστακτικότητας και απροθυμίας για βοήθεια προς την Ελλάδα.
Ακόμη, ο οίκος υπογραμμίζει ότι κεντρικό θέμα για την κατανόηση της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης και τον αντίκτυπο της στην πιστοληπτική ικανότητα των κρατών ήταν η υπερβολική συσσώρευση του ιδιωτικού χρέους και η μόχλευση που έφερε στο προσκήνιο η κρίση. Καθώς οι κυβερνήσεις προσπάθησαν να μετριάσουν τις χρηματοοικονομικές επιπτώσεις από την απομόχλευση του ιδιωτικού τομέα, το δικό τους χρέους βρέθηκε να αυξάνεται, αναφέρει η Fitch.
Η πιο σοβαρή επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών ήταν κατά κανόνα σε χώρες που είχαν τα υψηλότερα επίπεδα ιδιωτικού χρέους, με την εξαίρεση της Ελλάδας η οποία βρέθηκε να γνωρίζει σοβαρή κρίση εξαιτίας της κακής δημοσιονομικής διαχείρισης και ενώ έχασε την αξιοπιστία της, καταλήγει ο οίκος.