Ανεξαρτήτως του αν είναι καλή ή κακή η ανωνυμία, το ζήτημα είναι οτι κανόνες, κώδικες δεοντολογίας και νόμοι είναι ανεφάρμοστοι. Εξαρτώνται απο την διάθεση του γράφοντος να τους κρατήσει ή όχι. Καταρχήν λοιπόν οσον αφορά στον νόμο, νόμος που δεν μπορεί να εφαρμοστεί καλύτερα να μην υπάρχει. Πάμε στο θέμα του κώδικα δεοντολογίας. Κανένας κώδικας δν μπορεί ποτέ να καλύψει όλους τους ενδιαφερόμενους ούτε όλες τις περιπτώσεις. Ούτε μπορεί ποτέ η ύπαρξη ενός κώδικα να εξασφαλίσει και την εφαρμογή του. Κάποιοι θα τον τηρήσουν, κάποιοι άλλοι όχι. Κάποιοι άλλοι μια θα τον τηρούν και μια δεν θα τον τηρούν. Αν όμως στο πλαίσιο μιας ευρείας και διαρκούς συζήτησης διαμορφωθεί αρχικά ένας κώδικας και στη συνέχεια συμπληρώνεται ανάλογα με τις εξελίξεις και αν κάποιοι θέλουν να τον πρωσυπογράψουν και να δηλώσουν στα sites τους ή στα blogs οτι θα τον ακολουθούν, καλό θα κάνει κακό δεν θα κάνει.
Όσον αφορά στην ανωνυμία, αφενός είναι πρακτικά αδύνατον να απαγορευθεί, αφετέρου είναι στρεβλή η σκέψη οτι πάντα η ανωνυμία κρύβει κάτι ύποτπο. Οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι γνωρίζουν πολύ καλά οτι η ανωνυμία των πηγών πρέπει να προστατεύεται για τον απλούστατο πρακτικό –πέραν των ηθικών – λόγων οτι αν δεν προστατεύσεις την ανωνυμία της πηγής σου δεν θα σου ξαναμιλήσει ούτε η συγκεκριμένη ούτε καμμία άλλη πηγή συνεπώς δεν θα έχεις πρόσβαση στην πληροφόρηση.
Εκτός του δημοσιογραφικού ζητήματος, η ανωνυμία καλύπτει ένα πλήθος αναγκών της καθημερινότητας και ενα πλήθος σκοπών, οχι πάντα εκβιαστικών αλλά πολλές φορές και αγαθών, μέχρι και φιλανθρωπικών. Επίσης προστατεύει και πολύ συχνά οδηγεί στην αποκάλυψη της αλήθειας, μιας αλήθειας η οποία ποτέ δεν μπορεί να γραφεί δημοσίως διότι είναι επικίνδυνη για αυτόν που την αποκαλύπτει.
Προς τι λοιπόν όλος αυτός ο διάλογος ο οποίος ενίοτε είναι και έντονος; Προφανώς το ζήτημα απασχολεί αυτούς οι οποίοι συζητάνε το θέμα και προφανώς είναι αρκετοί διότι ο διάλογος έχει πάρει έκταση. Τα μεν επίσημα “επώνυμα” ΜΜΕ που συμμετέχουν στον διάλογο θεωρούν οτι οφελούνται διότι κάποιοι θα πειστούν οτι τα επώνυμα δημοσιεύματα είναι καλύτερα, ενώ οι “ανώνυμοι” που συμμετέχουν στο διάλογο θέλουν να δώσουν έμφαση στα “καλά” του διαδικτύου ενα εκ των οποίων είναι οτι δίνει τη δυνατότητα στον καθένα να γράφει ανώνυμα οτι θέλει.
Στο παιχνίδι λοιπόν αυτό – και αναφέρομαι κυρίως στις πληροφορίες που αφορούν κάποιους ανθρώπους ή κάποια γεγονότα- συμμετέχουν πολλοί παίκτες. Ο γράφων ανωνύμως την πληροφορία ή το σχόλιο, ο αναγνώστης και αυτός τον οποίο αφορά η πληροφορία ή το σχόλιο.
Ας ξεκινήσουμε απο τον τρίτο. Δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο αν θεωρεί οτι θίγεται εκτός του να αποτανθεί στην υπηρεσία ηλεκτρονικού εγκλήματος και αν αυτοί βρούνε άκρη, βρήκανε. Μετά ακολουθεί τη δικαστική οδό. Μπορεί βεβαίως και εκείνος να αρχίσει να γράφει ανώνυμα εναντίον όσων νομίζει οτι κρύβονται πίσω απο τα εναντίον του σχόλια και έτσι να νοιώσει καλύτερα.
Πάμε στον αναγνώστη. Ο αναγνώστης μπορεί αν θέλει να αξιολογήσει τις ανώνυμες πληροφορίες και τα σχόλια που διαβάζει και να αποφασίσει αν θα πιστέψει τις πληροφορίες και αν θα υιοθετήσει τα σχόλια. Όποιος έχει γράψει έστω και κάποια επώνυμα σχόλια σε μέσο ενημέρωσης γνωρίζει οτι ο κάθε αναγνώστης, ακροατής ή τηλεθεατής έχει τη δική του άποψη. Μπορεί για ενα σχόλιο να πάρεις χίλιες θετικές κρίσεις, αλλά είναι βέβαιον οτι θα πάρεις και κάποιες αρνητικές. Ακόμη και αν γράψεις απλώς το αυτονόηητο, οτι δηλαδή ο ίδιος βγαίνει απο την ανατολή θα βρεθεί κάποιος να σου πεί οτι αυτό δεν είναι απόλυτο. Συνεπώς ο αναγνώστης διαλέγει και πάιρνει τι θα διαβάσει ή τι θα ακούσει και τι θα δεί και δεν το κάνει πάντα με τα κριτήρια του γράφοντος ούτε με αυτά που θεωρούνται ώς “λογικά” απο τους πολλούς. Συνεπώς ο κάθε αναγνώστης κρίνει με τα δικά του κριτήρια, διαλέγει αν θέλει να διαβάσει ειδήσεις ή θεωρίες συνωμοσίας, αν θα προτιμά τους υβριστές και τους λιβελογράφους απο τους ηθικολόγους ή τους τεκμηριωμένους, αν θα διαβάσει τη φυλλάδα ή τη σοβαρή εφημερίδα, το αλφα ή το βήτα blog κλπ.
Μένει λοιπόν αυτός που γράφει. Αυτός περισσότερο απο όλους τους άλλους αποφασίζει τι και πως θα γράψει. Είναι καθαρά δικό του θέμα και έχει την ευθύνη – έστω και έναντι του εαυτού του και μόνον. Ουδείς μπορεί να τον εμποδίσει, εκτός αν μετά απο καταγγελίες πιαστεί στα δίκτυα της δίωξης του ηλεκτρονικού εγκλήματος. Όσοι γράφουν επώνυμα παίρνουν την ευθύνη – νομική, ηθική κοινωνική κλπ- των γραπτών τους. Οι άλλοι καμμία. Ο αναγνώστης όμως που διαβάζει ενα επώνυμο άρθρο ή ενα επώνυμο σχόλιο ξέρει τελικά με ποιόν έχει να κάνει. Μπορεί να παρακολουθήσει για καιρό τα γραπτά του επώνυμου αρθρογράφου και να τον αξιολογήσει. Μπορεί επίσης να αξιολογήσει την εγκυρότητα ενός site ή μιας εφημερίδας. Το ίδιο βέβαια μπορεί να κάνει και στα ανώνυμα δημοσιεύματα, αν διαπιστώσει οτι συνήθως επιβεβαιώνονται. Φυσικά μπορεί να αξιολογήσει και αρνητικά αυτά που δεν επιβεβαιώνονται είτε είναι ανώνυμα είτε επώνυμα. Τα πάντα λοιπόν τελικά καταλήγουν στον αναγνώστη και στην κρίση του.
Μένει ακόμη ενα σημείο το οποίο έχει νομίζω μεγάλο ενδιαφέρον. Η σχέση των επαγγελματιών δημοσιογράφων με τα ανώνυμα blogs. Κατά τη γνώμη μου μπορούν να αποδειχθούν εξαιρετικά χρήσιμα για εναν επαγγελματία δημοσιογράφο. Αποτελούν μια ανώνυμη πηγή πληροφόρησης, οι πληροφορίες της οποίας όμως μπορούν να ελεγχθούν, να διασταυρωθούν και να παρουσιαστούν εκ νέου, επωνύμως αν είναι σωστές (το αν ο δημοσιογράφος αναφέρει την ανώνυμη πηγή ή οχι έγκειται στη δική του προσωπική ηθική). Το θετικό είναι οτι μπορεί να αποτελέσουν τη βάση για μεγάλα και δύσκολα ρεπορτάζ εφόσον ο δημοσιογράφος έχει τη δυνατότητα να τα αξιολογήσει και να τα τεκμηριώσει.
Καταλήγοντας λοιπόν σχετικά με το ζήτημα των ανώνυμων ή επώνυμων γραπτών στο διαδίκτυο, ασχολούμαστε με ενα θέμα το οποίο είναι μάλλον άλυτο πρακτικά και το οποίο ασφαλώς δεν είναι πάντα επιζήμιο ούτε για πρόσωπα ούτε για καταστάσεις. Υπάρχουν ενα πλήθος λόγοι να γράψει κάποιος ανώνυμα – ξαναλέω πέραν του εκβιασμού και άλλων εγκληματικών ενεργειών- και φυσικά άλλοι τόσοι λόγοι να πιστέψει κανείς ή να μην πιστέψει τα ανώνυμα σχόλια. Τελικά στο τέλος βρίσκεται και η ισορροπία και η αλήθεια.