Στην αρχή της εβδομάδας, η πετρελαϊκή ανακοίνωσε πως συμφώνησε στην πώληση δραστηριοτήτων εξόρυξης, παραγωγής και μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου στην Κολομβία έναντι 1,9 δισ. δολαρίων. Συγκεκριμένα, η βρετανική πετρελαϊκή πρόκειται να πουλήσει τα πάγιά της στην περιοχή, στην κοινοπραξία της κολομβιανής Ecopetrol και της καναδικής Talisman.
«Είμαι ενθουσιασμένος με την τιμή που πετύχαμε για τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία», δήλωσε ο πρόεδρος της BP Group Tony Hayward, υπενθυμίζοντας πως η εταιρεία βρίσκεται στην Κολομβία πάνω από 20 χρόνια.
Ακόμη, μέσα στον Ιούλιο, η BP ανακοίνωσε την εξαγορά περιουσιακών της στοιχείων στη Βόρεια Αμερική και στην Αίγυπτο από την Apache, έναντι 7 δισ. δολαρίων, με τα αποθέματα πετρελαίου να ανέρχονται για την εταιρεία στα 385 εκατ. βαρέλια. Ωστόσο, από τη συμφωνία εξαιρέθηκαν οι δραστηριότητές της στην Prudhoe Bay της Αλάσκας. Από την πλευρά του, ο CEO της Apache, G. Steven Farris, δήλωσε πως η συμφωνία ήταν μία σπάνια ευκαιρία, η οποία θα προσθέσει αξία στην εταιρεία μέσα τις επόμενες δεκαετίας.
Παράλληλα, η BP γνωστοποίησε την πρόθεσή της για πώληση των παγίων της σε Βιετνάμ και Πακιστάν, έναντι 10 δισ. δολαρίων. Ειδικότερα, ο βρετανικός πετρελαϊκός όμιλος θα διαθέσει προς πώληση ένα πεδίο φυσικού αερίου και έναν αγωγό φυσικού αερίου στο Βιετνάμ, καθώς και άδειες εξόρυξης στο Πακιστάν.
Επόμενα βήματα
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, αυτή τη στιγμή η εταιρεία αναζητά αγοραστή για τις γερμανικές της δραστηριότητές της, η αξία των οποίων υπερβαίνει τα 2 δισ. ευρώ. Συγκεκριμένα, η BP επιθυμεί να πωλήσει τη μονάδα Aral, τη μεγαλύτερη αλυσίδα πρατηρίων βενζίνης στη Γερμανία, για την οποία έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον η γαλλική πετρελαιοβιομηχανία Total, η ρωσική Rosneft και o ευρωπαϊκός συνεταιρισμός ανεξάρτητων πετρελαιοβιομηχανιών Avia International.
Το ενδιαφέρον του για τα πάγια της εταιρείας εξέφρασε, δε, και η Kuwait Petroleum International, όπως ανακοίνωσε ο υπουργός πετρελαίου της χώρας.
Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί, πως «πονοκέφαλο» στη BP δεν προκαλεί μόνο ο αγώνας για συγκέντρωση χρημάτων, αλλά και τα «πυρά» των διεθνών οίκων αξιολόγησης. Υπενθυμίζεται πως η Moody’s ήταν η η πρώτη που άνοιξε τον κύκλο υποβαθμίσεων για την εταιρεία, βάζοντάς τη στο στόχαστρο για περαιτέρω μεταβολές στην αξιολόγησή της και από τις άλλες δύο.