Η εμπιστοσύνη στην παγκόσμια οικονομία συνολικά παρουσιάζει βελτίωση - το 40% των ερωτηθέντων αναμένει ότι η ύφεση θα τελειώσει μέσα στους επόμενους 12 μήνες, σε σχέση με το 30% του περασμένου Νοεμβρίου.
Διαπιστώνεται ότι το 64% των ερωτηθέντων είναι πλέον πιο αισιόδοξο σε σχέση με τις προοπτικές της τοπικής οικονομίας και το 69% σε σχέση με τις προοπτικές της εταιρείας τους. Οι πλέον αισιόδοξες χώρες είναι η Αυστραλία (93%), η Ινδία (91%), η Βραζιλία (83%) και η Κίνα (80%) ενώ κάποιες από τις δυτικές ανεπτυγμένες αγορές είναι αυτές που εμφανίζουν και το μικρότερο ποσοστό εμπιστοσύνης - η Γαλλία (44%), οι ΗΠΑ (56%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (57%).
Σε ότι αφορά τους βιομηχανικούς κλάδους, το 61% των ερωτηθέντων αναμένει ότι η ύφεση στον κλάδο τους θα τελειώσει μέσα στους επόμενους 12 μήνες, σε σύγκριση με ποσοστό μόλις 49% που είχε καταγραφεί πριν από έξι μήνες.
Μεταξύ των κλάδων, η έρευνα δείχνει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό εμπιστοσύνης σε σχέση με τις προοπτικές ανάπτυξης καταγράφεται στον κλάδο της Αυτοκινητοβιομηχανίας (81%) ενώ το μικρότερο στον κλάδο της Ενέργειας και των Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (59%). Ωστόσο, ο κλάδος της Ενέργειας και των Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας, μαζί με τον κλάδο της Φαρμακοβιομηχανίας και των Βιοεπιστημών, είναι και αυτοί που εστιάζουν περισσότερο στη μη οργανική ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης μέσω συγχωνεύσεων και εξαγορών. Το 69% των εταιριών Πετρελαίου και Φυσικού Αερίου εκδηλώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την πώληση επιχειρήσεων, μέσω προγραμματισμένων αποεπενδύσεων για τους επόμενους έξι μήνες.
Η παγκόσμια οικονομική ύφεση είχε σημαντικό αντίκτυπο σε ότι αφορά τη δυναμική των συμφωνιών. Μια νέα εξέλιξη είναι το γεγονός ότι οι δυνητικοί αγοραστές εξετάζουν πιο προσεκτικά τις ευκαιρίες ανάπτυξης, όπως ο ρυθμός αύξησης των εσόδων, το μελλοντικό μερίδιο αγοράς και οι νέες αγορές πελατών, παρά τα στοιχεία παρελθόντων ετών.
Η ενοποίηση μετά τη συμφωνία είναι επίσης ζωτικής σημασίας, με το 77% να αναφέρει τον προσδιορισμό και την υλοποίηση δυνητικών συνεργασιών στο πλαίσιο των συμφωνιών ως υψηλή προτεραιότητα.
Αυτό μπορεί εν μέρει να αποτελεί αναγνώριση προηγούμενων σφαλμάτων - το ένα τρίτο σχεδόν (32%) των ερωτηθέντων δήλωσε ότι η τελευταία συμφωνία που ολοκλήρωσε δεν εκπλήρωσε τις προσδοκίες του ή ότι δεν ακολούθησε τις τελευταίες εξελίξεις σε ότι αφορά την επιτευχθείσα αξία.
Σε αυτό το περιβάλλον αυξανόμενης αισιοδοξίας, διαπιστώνονται κάποιες σημαντικές προκλήσεις που πρέπει ωστόσο να αντιμετωπιστούν. Για παράδειγμα, αναμένεται ένα κύμα αναχρηματοδότησης, με το 58% των εταιριών να εμφανίζει ανάγκη αναχρηματοδότησης δανείων και άλλων μορφών χρέους μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια - επομένως, η πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίων παραμένει μείζονος σημασίας.