Τα συμπεράσματα της 26ης Ετήσιας Έκθεσης Ελληνικού Εμπορίου 2025, που παρουσιάστηκε από την ΕΣΕΕ, αποτυπώνουν με σαφήνεια αυτή τη διττή πραγματικότητα: το εμπόριο παραμένει βασικός πυλώνας της οικονομίας, αλλά ταυτόχρονα βρίσκεται αντιμέτωπο με έντονες πιέσεις και δομικές προκλήσεις.
Παρά τη διαχρονική του σημασία – με συμμετοχή 11% στο ΑΕΠ και ποσοστό απασχόλησης που φτάνει το 17,3% – ο κλάδος εμφανίζει σημάδια κόπωσης. Ο πληθωρισμός απορροφά σχεδόν πλήρως την αύξηση του κύκλου εργασιών, ενώ τρεις στις τέσσερις επιχειρήσεις δεν καταγράφουν ουσιαστική ανάπτυξη. Ιδιαίτερα οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση, με σημαντικό ποσοστό να παρουσιάζει μείωση τζίρου και αυξημένη πίεση, ειδικά σε κλάδους όπως η ένδυση και η υπόδηση.
Την ίδια στιγμή, η μετατόπιση της κατανάλωσης προς τα ψηφιακά κανάλια αλλάζει ριζικά τους όρους του ανταγωνισμού. Οι μεγάλες πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου, κυρίως από την Ασία, λειτουργούν συχνά με όρους που δημιουργούν συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού, εκμεταλλευόμενες ρυθμιστικά κενά και πρακτικές όπως το καθεστώς των μικροδεμάτων. Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή αποδυνάμωση των φυσικών καταστημάτων και η ενίσχυση των ανισοτήτων εντός της αγοράς.
Στο ήδη δύσκολο αυτό περιβάλλον προστίθενται και τα «απόνερα» των γεωπολιτικών εντάσεων. Η αυξημένη αβεβαιότητα επηρεάζει άμεσα τις καταναλωτικές συμπεριφορές, οδηγώντας σε στροφή προς βασικά αγαθά και περιορίζοντας τη ζήτηση για άλλες κατηγορίες προϊόντων. Παράλληλα, το υψηλό ενεργειακό κόστος επιβαρύνει το σύνολο της αλυσίδας αξίας, μειώνοντας τα περιθώρια κέρδους και περιορίζοντας τη δυνατότητα επενδύσεων.
Μέσα σε αυτές τις «συμπληγάδες», ο ψηφιακός και ο πράσινος μετασχηματισμός αναδεικνύονται ως κρίσιμες ευκαιρίες, αλλά όχι χωρίς δυσκολίες. Αν και αποτελούν βασικούς άξονες ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού, η πρόσβαση σε αυτούς δεν είναι δεδομένη για όλες τις επιχειρήσεις. Πολλές μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις αδυνατούν να επενδύσουν, καθώς δίνουν καθημερινή μάχη για τη βιωσιμότητά τους, αντιμετωπίζοντας έλλειψη ρευστότητας και αυξημένες οικονομικές υποχρεώσεις.
Όπως επισημαίνεται, η νέα φάση της ευρωπαϊκής εμπορικής πολιτικής χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη έμφαση στην οικονομική ασφάλεια και τη βιομηχανική στρατηγική. Ωστόσο, το εμπόριο εξακολουθεί να εξαρτάται από ανοιχτές αγορές – για την επάρκεια προϊόντων, τη διασφάλιση ανταγωνιστικών τιμών και τη συνολική ανθεκτικότητα της οικονομίας. Η πρόκληση, επομένως, είναι η εξεύρεση ισορροπίας: προστασία από αθέμιτες πρακτικές χωρίς διολίσθηση σε άκριτο προστατευτισμό.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι προτάσεις για τη στήριξη του κλάδου αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Η μείωση φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών, η κατάργηση παρωχημένων επιβαρύνσεων, η ενίσχυση της ρευστότητας και η δημιουργία ενός πιο προσβάσιμου χρηματοπιστωτικού περιβάλλοντος αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη βιώσιμη ανάπτυξη των επιχειρήσεων.
Το ελληνικό εμπόριο δεν ζητά προνομιακή μεταχείριση. Ζητά ένα δίκαιο και λειτουργικό πλαίσο που θα του επιτρέψει να προσαρμοστεί, να εξελιχθεί και να συνεχίσει να αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονομίας. Σε μια εποχή πολλαπλών μεταβάσεων και αβεβαιοτήτων, η ενίσχυση της ανθεκτικότητάς του δεν είναι απλώς κλαδικό ζήτημα – είναι εθνική οικονομική προτεραιότητα.



