Παράλληλα, η Genco έκανε γνωστό ότι είχε καταθέσει αντιπρόταση, με την οποία προτείνει η ίδια να αποκτήσει τη Diana, ανεβάζοντας κατακόρυφα τους τόνους σε μια υπόθεση που εξελίσσεται πλέον σε ανοιχτή μάχη ελέγχου.
Η πρόταση της Diana, ύψους 20,60 δολαρίων ανά μετοχή, είχε κατατεθεί τον Νοέμβριο του 2025 και αφορούσε την εξαγορά όλων των μετοχών της Genco που δεν κατείχε ήδη. Η Diana είναι σήμερα ο μεγαλύτερος μεμονωμένος μέτοχος της Genco, με ποσοστό 14,6%, χωρίς ωστόσο να διαθέτει έλεγχο.
Το διοικητικό συμβούλιο της Genco, έπειτα από αξιολόγηση με τη συνδρομή εξωτερικών χρηματοοικονομικών και νομικών συμβούλων, απέρριψε ομόφωνα την πρόταση.
Όπως ανέφερε, το τίμημα δεν αντανακλά την αξία του στόλου, τις επιδόσεις της εταιρείας στη δημιουργία ταμειακών ροών ούτε ένα εύλογο premium με βάση τη διαχρονική της απόδοση. Παράλληλα, σημείωσε ότι τα 20,60 δολάρια είναι αισθητά χαμηλότερα από το δεκαετές υψηλό της μετοχής της, που είχε φτάσει τα 26,93 δολάρια.
Η Genco εξέφρασε επίσης επιφυλάξεις για τη χρηματοοικονομική θέση της Diana, κάνοντας λόγο για υψηλή μόχλευση, κινδύνους εκτέλεσης της συναλλαγής και έλλειψη δεσμευτικής χρηματοδότησης.
Η Diana απάντησε ότι η πρότασή της στηρίζεται σε επιστολή «υψηλής βεβαιότητας» από τις τράπεζες DNB Bank και Nordea Bank, οι οποίες έχουν αναλάβει να ηγηθούν χρηματοδότησης έως 1,102 δισ. δολάρια.
Υποστήριξε επίσης ότι το τίμημα είναι ευθυγραμμισμένο με το δεκαετές υψηλό της μετοχής της Genco, εφόσον συνυπολογιστούν τα μερίσματα.
Η διευθύνουσα σύμβουλος της Diana, Σεμίραμης Παλιού, δήλωσε ότι η εταιρεία απογοητεύτηκε από την απόρριψη της πρότασης χωρίς ουσιαστικό διάλογο και τόνισε ότι τα ζητήματα δομής, αξίας και εκτέλεσης μπορούν να συζητηθούν.
Η Genco, από την πλευρά της, ανέφερε ότι επιδίωξε επαφή με τη Diana για να καταθέσει αντιπρόταση, η οποία προβλέπει την εξαγορά της Diana από τη Genco, με συνδυασμό μετρητών και μετοχών.
Σύμφωνα με την εταιρεία, αυτή η δομή θεωρείται καταλληλότερη, καθώς η Genco διαθέτει χαμηλότερη μόχλευση, υψηλότερη αποτίμηση και καλύτερη συνολική απόδοση για τους μετόχους της σε σχέση με τη Diana.
Η Diana απέρριψε την αντιπρόταση, χαρακτηρίζοντάς την αόριστη και ελλιπή, καθώς, όπως ανέφερε, δεν περιλάμβανε σαφές τίμημα, premium ή ξεκάθαρους όρους συναλλαγής. Το διοικητικό της συμβούλιο δήλωσε ότι εξετάζει όλες τις διαθέσιμες επιλογές για να προωθήσει την πρότασή του.
Δύο εταιρείες, δύο διαφορετικές διαδρομές
Πίσω από τη σύγκρουση κρύβονται δύο διαφορετικές εταιρικές φιλοσοφίες.
Η Genco ιδρύθηκε το 2004 από τον ελληνοαμερικανό εφοπλιστή Peter Georgiopoulos, σε μια περίοδο έντονης ανόδου της ναυλαγοράς. Από την αρχή σχεδιάστηκε ως εταιρεία των αγορών κεφαλαίου, με στόχο την άντληση χρηματοδότησης και την αξιοποίηση των κύκλων της ναυτιλίας.
Η πορεία της δεν ήταν χωρίς αναταράξεις, ιδιαίτερα μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, ωστόσο μέσα από αναδιάρθρωση και αλλαγή στρατηγικής πέρασε σε ένα πιο συντηρητικό μοντέλο, με έμφαση στη χαμηλή μόχλευση, στις σταθερές ταμειακές ροές και στις επιστροφές κεφαλαίου προς τους μετόχους.
Από το 2015, τη διοίκηση της Genco έχει αναλάβει ο John C. Wobensmith, εδραιώνοντας ένα καθαρά θεσμικό προφίλ, χωρίς κυρίαρχο μέτοχο και με αποφάσεις που λαμβάνονται αυστηρά σε επίπεδο διοικητικού συμβουλίου.
Η Diana Shipping, αντίθετα, ιδρύθηκε το 1999 από την οικογένεια Παλαιού και διατηρεί έως σήμερα έντονο οικογενειακό χαρακτήρα, παρότι είναι εισηγμένη στο NYSE.
Η ανάπτυξή της βασίστηκε σε πιο σταθερά βήματα, με έμφαση στη διατήρηση σύγχρονου στόλου και στη μακροχρόνια παρουσία στην αγορά. Υπό τη διοίκηση της Σεμίραμης Παλιού, η εταιρεία τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται πιο επιθετική στρατηγικά, επιδιώκοντας κινήσεις που θα της επιτρέψουν να αυξήσει το αποτύπωμά της στον κλάδο.
Η Diana διαθέτει στόλο 36 bulk carriers συνολικής χωρητικότητας 4,1 εκατ. dwt, καθώς και δύο Kamsarmax διπλού καυσίμου (μεθανόλης) υπό ναυπήγηση. Η Genco διαχειρίζεται 43 πλοία ξηρού φορτίου.






