Ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να μιλήσουμε με ειλικρίνεια. Η σημερινή δομή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη χώρα δεν επιτρέπει την ανάπτυξη που όλοι επιθυμούμε. Η συντριπτική πλειονότητά τους είναι επιχειρήσεις πολύ μικρού μεγέθους συχνά με λιγότερους από πέντε εργαζόμενους και δραστηριοποιούνται σε κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας όπως η εστίαση το λιανεμπόριο και ο τουρισμός.
Σε αυτό το περιβάλλον οι περισσότερες μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν μπορούν να πετύχουν κλίμακα να επενδύσουν σε τεχνολογία να καινοτομήσουν ή να εξάγουν. Το αποτέλεσμα είναι ότι η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο συχνά κάτω από το ένα τρίτο. Και όταν η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται δεν μπορούν να αυξηθούν και οι μισθοί με βιώσιμο τρόπο. Αυτό εξηγεί γιατί παρά τις περιόδους ανάπτυξης οι αμοιβές σε πολλούς κλάδους μένουν στάσιμες.
Το βασικό πρόβλημα λοιπόν δεν είναι ότι έχουμε πολλές μικρές επιχειρήσεις. Είναι ότι έχουμε πάρα πολλές πολύ μικρές εγκλωβισμένες σε ένα οικονομικό μοντέλο που βασίζεται σε χαμηλό εργατικό κόστος περιορισμένη εξωστρέφεια και ελάχιστη καινοτομία. Έτσι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις μετατρέπονται από μοχλός ανάπτυξης σε παράγοντα διατήρησης χαμηλής παραγωγικότητας.
Η λύση δεν είναι η τιμωρία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων ούτε η επιβολή βίαιης συγκέντρωσης. Η λύση είναι η αναβάθμιση. Χρειαζόμαστε ένα εθνικό σχέδιο που να ενθαρρύνει τη μεγέθυνση τη συνεργασία τις συγχωνεύσεις όπου χρειάζεται την πρόσβαση στη χρηματοδότηση τον ψηφιακό μετασχηματισμό και κυρίως την ανάπτυξη προϊόντων και υπηρεσιών υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στον τουρισμό και στο real estate. Αν θέλουμε πραγματικές αυξήσεις μισθών, ανθεκτική οικονομία και προσέλκυση σοβαρών επενδύσεων πρέπει να δημιουργήσουμε ένα νέο περιβάλλον όπου οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν θα επιβιώνουν απλώς αλλά θα μπορούν να μεγαλώνουν.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι το παρόν της ελληνικής οικονομίας. Με τη σωστή στρατηγική μπορούν και πρέπει να γίνουν και το μέλλον της.








