Δορυφορικές εικόνες δείχνουν ότι οι πετρελαιοκηλίδες στην περιοχή έχουν αυξηθεί αισθητά από τα τέλη Φεβρουαρίου, όταν η σύγκρουση κλιμακώθηκε. Οι ειδικοί δεν μπορούν ακόμη να επιβεβαιώσουν την ακριβή αιτία κάθε περιστατικού. Ωστόσο, θεωρούν πιθανό οι διαρροές να συνδέονται είτε με επιθέσεις σε πλοία και ενεργειακές εγκαταστάσεις είτε με τεχνικά προβλήματα σε εργασίες φόρτωσης και εκφόρτωσης καυσίμων.
Το πρόβλημα εντοπίζεται σε μια από τις πιο ευαίσθητες θαλάσσιες ζώνες του πλανήτη. Το Στενό του Ορμούζ, η στενή δίοδος που συνδέει τον Περσικό Κόλπο με την Αραβική Θάλασσα, έχει παραμείνει ουσιαστικά κλειστό για μεγάλο μέρος των τελευταίων τριών μηνών.
Εκατοντάδες πλοία έχουν εγκλωβιστεί, ενώ αρκετά έχουν πληγεί ή έχουν δεχθεί θραύσματα από αναχαιτισμένα drones και πυραύλους.
Η εικόνα αυτή αυξάνει τον κίνδυνο ατυχημάτων και διαρροών. Όταν πλήττονται δεξαμενόπλοια, αγωγοί, τερματικοί σταθμοί ή χερσαίες πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, η πιθανότητα να περάσει πετρέλαιο στη θάλασσα μεγαλώνει σημαντικά.
Σε συνθήκες πολέμου, η αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών είναι ακόμη δυσκολότερη, καθώς η πρόσβαση στην περιοχή είναι περιορισμένη και οι επιχειρήσεις καθαρισμού δεν μπορούν να οργανωθούν με τους συνήθεις όρους.
Σύμφωνα με δορυφορικές παρατηρήσεις, οι μεγαλύτερες διαρροές που έχουν καταγραφεί μέχρι στιγμής προέρχονται από την περιοχή του ιρανικού νησιού Kharg, του βασικού πετρελαϊκού εξαγωγικού κόμβου του Ιράν.
Μία διαρροή στις 6 Μαΐου εκτιμάται ότι κυμάνθηκε από 300 έως 3.000 βαρέλια πετρελαίου. Άλλη διαρροή, στις 16 Μαΐου, υπολογίζεται μεταξύ 200 και 2.000 βαρελιών.
Οι εκτιμήσεις έχουν μεγάλο εύρος, επειδή οι δορυφόροι μπορούν να δείξουν την έκταση της κηλίδας, όχι όμως με απόλυτη ακρίβεια την ποσότητα του πετρελαίου που έχει χυθεί στη θάλασσα. Παρ’ όλα αυτά, οι ειδικοί τονίζουν ότι ακόμη και μικρότερες διαρροές, σε σχέση με μεγάλες ιστορικές καταστροφές, μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές επιπτώσεις.
Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος αν οι πετρελαιοκηλίδες κινηθούν προς παράκτια οικοσυστήματα. Σε αυτή την περίπτωση μπορεί να πληγούν θαλασσοπούλια, αλιευτικά αποθέματα και κοινότητες που ζουν από την αλιεία και τη θάλασσα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό. Είναι και κοινωνικό, οικονομικό και διατροφικό.
Η περιοχή του Περσικού Κόλπου έχει και ιδιαίτερη επιστημονική σημασία. Τα κοράλλια της αντέχουν σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες και μελετώνται διεθνώς, επειδή μπορεί να δείχνουν πώς θα αντιδράσουν άλλα θαλάσσια οικοσυστήματα σε συνθήκες κλιματικής αλλαγής. Με απλά λόγια, ο Κόλπος λειτουργεί ως φυσικό εργαστήριο για το μέλλον των θερμότερων θαλασσών.
Η ιστορική μνήμη όμως είναι βαριά. Στον Πόλεμο του Κόλπου το 1991, περίπου 11 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου χύθηκαν στη θάλασσα, προκαλώντας εκτεταμένη ρύπανση στις ακτές του Κουβέιτ και της Σαουδικής Αραβίας. Τότε καταγράφηκαν μεγάλες απώλειες σε θαλάσσια ζωή, ακατάλληλα αλιεύματα και δεκάδες χιλιάδες νεκρά πουλιά.
Η σημερινή εικόνα δεν έχει ακόμη τέτοια κλίμακα. Όμως το ανησυχητικό στοιχείο είναι η τάση. Όσο συνεχίζεται η σύγκρουση, όσο πλοία παραμένουν εγκλωβισμένα και όσο ενεργειακές υποδομές βρίσκονται στο στόχαστρο, ο κίνδυνος ενός σοβαρότερου επεισοδίου αυξάνεται.
Ο Περσικός Κόλπος βρίσκεται ήδη στο κέντρο της παγκόσμιας ενεργειακής και ναυτιλιακής ασφάλειας. Τώρα προστίθεται και η περιβαλλοντική διάσταση. Και αυτή, σε αντίθεση με τις τιμές του πετρελαίου ή τα ναύλα, δεν διορθώνεται γρήγορα όταν πέσουν οι τόνοι.






