Με ταχείς ρυθμούς αναπτύσσεται η βιολογική γεωργία στην Ελλάδα, καθώς οι βιολογικά καλλιεργήσιμες εκτάσεις διπλασιάστηκαν το 2005, σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ νέα δυναμική παρουσιάζει και η βιολογική κτηνοτροφία. Τα συμπεράσματα αυτά προκύπτουν από τις εργασίες της ημερίδας «Η πρόταση - πρόκληση της Βιολογικής Γεωργίας», που οργάνωσε σήμερα στη Θεσσαλονίκη ο ΔΗΩ, ο Οργανισμός Ελέγχου και Πιστοποίησης Βιολογικών Προϊόντων, στο πλαίσιο της 21ης Agrotica.
Τα προβλήματα του κλάδου εστιάζονται κυρίως στην τεχνική υποστήριξη των νέων βιοκαλλιεργητών και στη μεταφορά τεχνογνωσίας, καθώς επίσης στον τομέα της μεταποίησης των βιολογικών προϊόντων. O πρόεδρος του ΔΗΩ, Σπύρος Σγούρος, ανέφερε ότι η βιολογική γεωργία εξαπλώνεται τόσο γεωγραφικά όσο και σε ποικιλίες καλλιεργειών. Ετσι, πέρα από την Κρήτη και την Πελοπόννησο, όπου καλλιεργούνται κυρίως ελιές και εσπεριδοειδή, οι βιοκαλλιέργειες αναπτύσσονται επίσης στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Θράκη, όπου εντάσσονται εκτάσεις για την παραγωγή ζωοτροφών και σιτηρών. «Η ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας στη χώρα μας έγινε τόσο γρήγορα, ώστε δεν αφομοιώθηκαν οι τεχνικές μέθοδοι, ενώ τουλάχιστον το 50% των βιοκαλλιεργητών είναι νέοι και ανεκπαίδευτοι αγρότες, που βρίσκονται στην πρώτη φάση ένταξής τους στη βιολογική γεωργία και δεν έχουν πιστοποιηθεί ακόμη για την παραγωγή βιολογικών προϊόντων», είπε χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με το διευθυντή του γραφείου Μακεδονίας του ΔΗΩ, Χαρίση Αργυρόπουλο, οι παραγωγοί βιολογικών προϊόντων στη Μακεδονία τριπλασιάστηκαν κατά το τελευταίο έτος, και οι βιοκαλλιεργήσιμες εκτάσεις πενταπλασιάστηκαν, ενώ παρατηρήθηκε αύξηση στην καλλιέργεια σιτηρών και ζωοτροφών, όπως και στη ζωική παραγωγή (βιο-κτηνοτρόφοι). Ο κ. Αργυρόπουλος εκτίμησε ότι η άνοδος οφείλεται κυρίως στα κίνητρα των επιδοτήσεων. Μεταξύ των προβλημάτων στη βιολογική γεωργία στη χώρα μας, ανέφερε το υψηλό ποσοστό εισαγωγών σε φρούτα και λαχανικά (κυρίως από την Ιταλία και τη Γερμανία) και το κενό στον κλάδο της μεταποίησης βιολογικών προϊόντων. Ο ρυθμός ανάπτυξης των βιοκαλλιεργειών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κυμαίνεται για ορισμένες χώρες, μέχρι και στο 10% (Ελβετία, Αυστρία, Δανία, Γερμανία), ενώ ο μέσος ευρωπαϊκός όρος είναι το 5-6%, δήλωσε από την πλευρά του ο επίκουρος καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Δημήτρης Μπιλάλης.