Προκειμένου να επιστρέψουν στην αγορά περισσότερα ακίνητα, τα οποία σήμερα είναι κλειστά και ανεκμετάλλευτα, το νέο στεγαστικό πρόγραμμα αναμένεται να συνδυαστεί με το «Ανακαινίζω», ενώ παράλληλα ένα από τα βασικά ζητούμενα είναι να προσφέρει ελκυστικότερα κίνητρα (φορολογικά, μεταξύ άλλων) για να «αντισταθμιστούν» οι υψηλές τιμές ενοικίασης, που καταγράφουν συνεχή άνοδο.
Ως προς τα χρηματοδοτικά εργαλεία που θα αξιοποιηθούν, αναζητούνται εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης – όπως έχει σημειώσει ο ίδιος ο πρωθυπουργός –, οι οποίες θα «περνούν» είτε μέσω ΕΣΠΑ, είτε μέσω νέω ευρωπαϊκών προγραμμάτων.
Τα κλειστά ακίνητα
Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, περίπου 794.000 κατοικίες παραμένουν σήμερα αναξιοποίητες. Για την αξιοποίησή τους έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή παρεμβάσεις όπως η τριετής φοροαπαλλαγή για κλειστά ακίνητα, προγράμματα ανακαίνισης, καθώς και τα στεγαστικά προγράμματα «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ».
Στο ίδιο πλαίσιο, προωθείται ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο κοινωνικής αντιπαροχής και αξιοποίησης δημόσιας γης, με πιλοτικές εφαρμογές σε περιοχές όπως η Παιανία, η Πάτρα, η Λάρισα και οι Σέρρες.
Τελειώνει σήμερα το «Σπίτι μου ΙΙ»
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η ολοκλήρωση του προγράμματος «Σπίτι μου 2», καθώς η 31η Μαΐου αποτελεί την τελευταία ημέρα υποβολής αιτήσεων υπαγωγής. Μετά τη συγκεκριμένη ημερομηνία δεν θα είναι δυνατή η έκδοση νέων βεβαιώσεων επιλεξιμότητας, ούτε η έγκριση νέων αιτήσεων.
Ωστόσο, όσοι έχουν ήδη ενταχθεί στο πρόγραμμα διατηρούν τη δυνατότητα να προχωρήσουν στην υπογραφή της δανειακής τους σύμβασης έως τις 31 Αυγούστου.
Η πορεία του «Σπίτι μου ΙΙ» θεωρείται κρίσιμος δείκτης για τον σχεδιασμό του επόμενου στεγαστικού εργαλείου, καθώς το μεγάλο «στοίχημα» πλέον είναι να διευρυνθεί περισσότερο η πρόσβαση των νέων και των οικογενειών στην ιδιόκτητη κατοικία.
Ποιες παρεμβάσεις εξετάζονται
Το στεγαστικό ζήτημα βρέθηκε και στο επίκεντρο των εργασιών του άτυπου Eurogroup στη Λευκωσία, όπου ο Υπουργός Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, υπογράμμισε ότι η πρόσβαση σε προσιτή κατοικία συνδέεται άμεσα τόσο με την κοινωνική συνοχή όσο και με τη συνολική οικονομική σταθερότητα.
Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων παρουσιάστηκαν και αξιολογήθηκαν οι πολιτικές που εφαρμόζονται σε Ισπανία, Ιρλανδία και Κροατία, με σκοπό την ανταλλαγή τεχνογνωσίας και τη διερεύνηση κοινών ευρωπαϊκών προσεγγίσεων για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Η Ισπανία ακολουθεί πιο παρεμβατικό μοντέλο, επιβάλλοντας περιορισμούς στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, ενώ ταυτόχρονα υλοποιεί ευρείας κλίμακας προγράμματα ανάπτυξης οικονομικά προσιτών κατοικιών. Παράλληλα, δίνει κίνητρα για την επαναφορά ανενεργών ακινήτων στην αγορά.
Στην περίπτωση της Ιρλανδίας, το πρόγραμμα «Housing for All» προβλέπει την ανέγερση δεκάδων χιλιάδων νέων κατοικιών κάθε χρόνο, συνδυάζοντας την αύξηση της προσφοράς με οικονομική στήριξη προς νέους αγοραστές και ενίσχυση των δομών κοινωνικής κατοικίας.
Από την πλευρά της, η Κροατία επιχειρεί να αντιμετωπίσει τις πιέσεις στην αγορά ακινήτων μέσω αυστηρότερων κανόνων για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, αλλά και με υψηλότερη φορολόγηση ακινήτων που παραμένουν αναξιοποίητα ή διατίθενται αποκλειστικά για τουριστική εκμετάλλευση.
Οι πρακτικές που εφαρμόζονται στις συγκεκριμένες χώρες εξετάζονται ως ενδεχόμενα παραδείγματα για μελλοντικές παρεμβάσεις στην Ελλάδα, με βασικό στόχο την αύξηση του διαθέσιμου οικιστικού αποθέματος και τη μείωση των πιέσεων που δέχονται τα νοικοκυριά από το υψηλό κόστος στέγασης.
Νέο «Ανακαινίζω» για περισσότερους δικαιούχους
Το νέο «Ανακαινίζω», που ενδέχεται να συνδυαστεί με το «Σπίτι μου ΙΙΙ» αναμένεται να παρουσιαστεί άμεσα και να κάνει «πρεμιέρα» εντός Ιουνίου, με στόχο να επιδοτεί ευρύτερες εργασίες ανακαίνισης και όχι μόνον όσες αποσκοπούν στην ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών.
Οι επιδιώξεις της κυβέρνησης ταυτίζονται με εκείνες του νέου «Σπίτι μου», καθώς βασικός στόχος είναι να βγουν περισσότερα κλειστά ακίνητα στην αγορά, για πώληση ή ενοικίαση, καθώς σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για την αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος, αφού η αύξηση των επιδομάτων, ναι μεν, μετριάζει το κόστος, όμως παράλληλα ενισχύει τη ζήτηση και εντείνει την πίεση για αύξηση των τιμών στην αγορά κατοικίας.
Όπως είχε αναφερθεί σε προηγούμενο αναλυτικό ρεπορτάζ του «R», η κρατική ενίσχυση αναμένεται να κυμαίνεται από 75% έως 95% του συνολικού κόστους ανακαίνισης, ανάλογα με τα κοινωνικά και εισοδηματικά χαρακτηριστικά των δικαιούχων. Πάντως, πρόκειται για σημαντικά αυξημένη κάλυψη δαπανών σε σχέση με τα προηγούμενα παρεμφερή προγράμματα, η οποία θα αντληθεί από τον προϋπολογισμό ύψους 500 εκατ. ευρώ, ενώ τα εισοδηματικά όρια θα είναι πιο «χαλαρά» σε σχέση με το παρελθόν, επιτρέποντας την ένταξη περισσότερων πολιτών στο πρόγραμμα.
Η βασική χρηματοδότηση θα είναι έως 36.000 ευρώ ανά κατοικία, όμως το ύψος της χρηματοδότησης θα προσαυξάνεται κατά 5.000 ευρώ για κάθε παιδί της οικογένειας, γεγονός που σημαίνει ότι για οικογένεια με δύο παιδιά θα ανέρχεται στις 46.000 ευρώ.
Το πρόγραμμα σύμφωνα με τους σχεδιασμούς θα αφορά παλαιές κατοικίες έως 120 τ.μ. Το ύψος της χρηματοδότησης θα υπολογίζεται με ανώτατο όριο τα 300 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Φάσεις υλοποίησης
Η εφαρμογή του προγράμματος θα εξελιχθεί σε δύο διαδοχικά στάδια.
Η πρώτη φάση, η οποία αναμένεται να ξεκινήσει μέσα στον Ιούνιο, θα αφορά τον έλεγχο και την αξιολόγηση των ακινήτων προκειμένου να διαπιστωθεί ποια πληρούν τα κριτήρια συμμετοχής.
Ακολούθως, στη δεύτερη φάση, που τοποθετείται χρονικά στον Σεπτέμβριο, θα ανοίξει η διαδικασία υποβολής αιτήσεων από τους ιδιοκτήτες των ακινήτων που θα έχουν κριθεί επιλέξιμα.
Πηγές με γνώση του σχεδιασμού αναφέρουν, σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ, ότι κατά το αρχικό στάδιο θα δοθεί έμφαση στην εξέταση των κλειστών και ανεκμετάλλευτων κατοικιών, ενώ σε μεταγενέστερο χρόνο θα αξιολογηθούν και ακίνητα που βρίσκονται ήδη σε χρήση.
Η φιλοσοφία του προγράμματος δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στις εργασίες ανακαίνισης και αποκατάστασης των κατοικιών, περιορίζοντας συγκριτικά το ποσοστό των παρεμβάσεων που σχετίζονται με την ενεργειακή τους αναβάθμιση. Βασική επιδίωξη είναι να αυξηθεί γρήγορα η διαθεσιμότητα κατοικιών που μπορούν να διατεθούν στην αγορά.
Με βάση τις εκτιμήσεις, περίπου το 80% των παρεμβάσεων θα αφορά εργασίες ανακαίνισης, ενώ το υπόλοιπο 20% θα κατευθυνθεί σε δράσεις ενεργειακής αναβάθμισης των ακινήτων.



