Υπενθυμίζεται ότι ο νέος πρωθυπουργός της Ουγγαρίας προέρχεται από τα σπλάχνα της Fidesz, του κόμματος του Όρμπαν. Αποστασιοποιήθηκε, ωστόσο, από αυτό τα τελευταία χρόνια λόγω μιας σειράς σκανδάλων, διατηρώντας όμως ένα συντηρητικό ιδεολογικό υπόβαθρο.
Πώς εξηγείται η επικράτηση του Μαγιάρ
«Όταν μιλάμε για την Ουγγαρία, θα πρέπει πάντα να λαμβάνουμε υπόψη ότι πρόκειται για μια κατά βάση συντηρητική κοινωνία», υπογραμμίζει στο «R» ο Ούγγρος πολιτικός επιστήμονας με ειδίκευση στις σπουδές Κεντρικής Ευρώπης και υποψήφιος διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο AUB της Βουδαπέστης Marton Böhm. «Το Tisza, του οποίου ηγείται ο Μαγιάρ, είναι ένα κεντροδεξιό κόμμα, το οποίο ανήκει πλέον και στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα. Σε ορισμένους τομείς δεν διαφέρει από τη Fidesz. Δεν θα ακολουθήσει διαφορετική πορεία σε θέματα όπως το μεταναστευτικό και η οικογενειακή πολιτική», προσθέτει.
Η εικόνα της συντηρητικής κοινωνίας αποτυπώνεται και στο εκλογικό αποτέλεσμα της Κυριακής (12/4). Στη Βουλή εισήλθαν μόλις τρεις σχηματισμοί: Οι δύο προαναφερθέντες, καθώς και ένα μικρότερο, ακόμη πιο… ακροδεξιό σχήμα. Τα προοδευτικά κόμματα είτε δεν κατέβηκαν, υποστηρίζοντας τον Μαγιάρ, είτε κατέγραψαν ποσοστά της τάξης του 1%, στοιχείο που, σύμφωνα με ορισμένους αναλυτές, αποτυπώνει και τη δομική αδυναμία τους να εκφράσουν εναλλακτική πρόταση εξουσίας.
Κατά τον Böhm, η επικράτηση του Πέτερ Μαγιάρ οφείλεται σε μια σειρά παραγόντων: εστίασε στην οικονομία, στην εξομάλυνση των σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση και στην καταπολέμηση της διαφθοράς, αξιοποιώντας την κόπωση από τη μακρόχρονη διακυβέρνηση Όρμπαν. Συνοπτικά, η επιτυχία του οφείλεται και στο γεγονός ότι δεν επιχείρησε ρήξη με το κυρίαρχο πολιτικό αφήγημα της προηγούμενης περιόδου, αλλά σε έναν βαθμό το επαναδιατύπωσε.
Επιπλέον, ο Μαγιάρ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην εκλογική μάχη στην επαρχία, ένα πεδίο που σύμφωνα με τον Böhm, είχε αγνοηθεί από αντιπολιτευόμενα σχήματα σε προηγούμενες αναμετρήσεις. Η στρατηγική αυτή του Μαγιάρ απέδωσε, καθώς επικράτησε σε περιφέρειες, π.χ. στα βορειοανατολικά της χώρας, που θεωρούνταν «κάστρα» της Fidesz.
O Böhm στέκεται ακόμη στο γεγονός ότι απέφυγε σοβαρά λάθη, παρά το γεγονός ότι κλήθηκε να ανταγωνιστεί έναν ιδιαίτερα ισχυρό κομματικό μηχανισμό. Κατά τον ίδιο, η μεγάλη έκπληξη ήταν η εξασφάλιση της πλειοψηφίας των 2/3, η οποία του δίνει τη δυνατότητα να προχωρήσει σε βαθύτερες θεσμικές και ανανεωτικές παρεμβάσεις.
Ανοίγει ο δρόμος για ενίσχυση των δημοκρατικών δομών;
Ο Μαγιάρ παρουσιάζεται από τους υποστηρικτές του ως μια «επιστροφή στη δημοκρατική κανονικότητα». Ωστόσο, αν εξετάσει κανείς τα πρώτα βήματα του Όρμπαν τη δεκαετία του 1990, θα διαπιστώσει ότι και εκείνος είχε κάποτε ταυτιστεί με τη φιλελεύθερη ανανέωση της χώρας.
Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα μήπως ο νέος Ούγγρος ηγέτης επιλέξει να αξιοποιήσει παρόμοιες μεθόδους συγκέντρωσης εξουσίας. Άλλωστε, ο τρόπος με τον οποίο αναδείχθηκε πολιτικά – μέσω της δημοσιοποίησης ηχογραφήσεων που εξέθεταν την… πρώην σύζυγό του όταν ήταν Υπουργός Δικαιοσύνης – δεν θεωρείται και ο πιο «καθαρός».
«Οι αντίπαλοί του τον χαρακτηρίζουν ανήθικο. Το αν είναι εξουσιομανής, όμως, θα φανεί σε βάθος χρόνου», σχολιάζει ο Böhm, επισημαίνοντας ότι έχει δεσμευτεί για ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών και περιορισμό των πρωθυπουργικών θητειών στις δύο.
Η ευρωπαϊκή διάσταση
Στις Βρυξέλλες, η ήττα του Βίκτορ Όρμπαν έγινε δεκτή με εμφανή ικανοποίηση, καθώς υπήρχε έντονη ενόχληση για τη στάση του απέναντι στη Ρωσία και τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Ο Όρμπαν είχε επανειλημμένα ασκήσει βέτο σε κρίσιμες αποφάσεις, όπως το δάνειο προς το αμυνόμενο Κίεβο και τις κυρώσεις κατά της Μόσχας, κατηγορούμενος ότι λειτουργούσε ως «δούρειος ίππος» του Κρεμλίνου εντός της ΕΕ.
Κατά τον Böhm, η στάση της Βουδαπέστης απέναντι στην Ευρώπη αποτελεί και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ του Μαγιάρ και του Όρμπαν. Ο πρώτος επιχειρεί να επαναφέρει τη Βουδαπέστη από την απομόνωση και να αποκαταστήσει δίαυλους επικοινωνίας με τις Βρυξέλλες, σε αντίθεση με τον δεύτερο που κατηγορούσε την ΕΕ για όλα τα δεινά και επεδίωκε την σύγκρουση μαζί της.
Ταυτόχρονα όμως, δεν αναμένεται μια πλήρης ανατροπή της ουγγρικής στάσης σε ζητήματα όπως η Ουκρανία. Η νέα κυβέρνηση εκτιμάται μεν ότι θα κινηθεί πιο φιλικά προς το Κίεβο, χωρίς όμως να ευθυγραμμιστεί πλήρως με τις πιο «σκληρές» ευρωπαϊκές γραμμές, ενώ έχει ήδη εκφραστεί επιφυλακτικότητα απέναντι σε διαδικασίες ταχείας ένταξης της εμπόλεμης χώρας στην ΕΕ. Παρόλα αυτά ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, απαλλαγμένος από τον οριακά… εχθρικά διακείμενο Όρμπαν, θα επιχειρήσει να συνεργαστεί με τον Μαγιάρ. Από την άλλη, ο Böhm επισημαίνει ότι ο απερχόμενος πρωθυπουργός ταυτίστηκε υπερβολικά με τις διαθέσεις της Μόσχας.
Σε γενικές γραμμές πάντως η Βουδαπέστη αναμένεται να χαμηλώσει τους τόνους με την ΕΕ και να αποφύγει τα «τζαρτζαρίσματα» τύπου Όρμπαν. Αυτή προσπάθεια εξομάλυνσης των σχέσεων ενδέχεται να συνδέεται και με την οικονομική κατάσταση της χώρας. Η Ουγγαρία αντιμετωπίζει υψηλό έλλειμμα και πληθωριστικές πιέσεις, γεγονός που καθιστά κρίσιμη την απελευθέρωση ευρωπαϊκών κονδυλίων που είχαν παγώσει τα προηγούμενα χρόνια.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η πρόθεση του Μαγιάρ να αναγνωρίσει αρμοδιότητες στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, μια κίνηση που ερμηνεύεται ως σήμα προς τις Βρυξέλλες για μεγαλύτερη διαφάνεια.
Το τέλος (;) του Όρμπαν και τα δύσκολα που τώρα ξεκινούν
Πάντως, το πολιτικό τέλος του Όρμπαν δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Ο ίδιος είχε αποφύγει κατά τη διάρκεια της Κυριακής να δώσει σαφή σημάδια για την μελλοντική του πορεία. Δηλώνει σχετικά ο Böhm: «Είχε αφήσει ανοιχτό παράθυρο για αποχώρησή του από την πολιτική μόνο σε περίπτωση κάποιας βαριάς ήττας. Και πράγματι, αυτή η ήττα ήρθε. Από την άλλη δεν παύει να έχει την υποστήριξη του 38% των ψηφοφόρων. Πρόκειται για ποσοστό το οποίο πολλοί στην Ευρώπη θα ζήλευαν». Και καταλήγει: «Αυτή τη στιγμή δεν φαίνεται να υπάρχει στις τάξεις του κόμματός του κάποιο πρόσωπο ικανό να τον διαδεχθεί. Αν αποχωρήσει ο Όρμπαν δεν αποκλείεται ακόμη και η διάλυση της Fidesz».
Ανεξαρτήτως του δρόμου που θα επιλέξει ο ηττημένος των εκλογών, είναι δύσκολο ο Ορμπανισμός, ο οποίος βρήκε απήχηση ως δόγμα και πέρα των ουγγρικών συνόρων, να εξαλειφθεί πλήρως. Πόσο μάλλον από τη στιγμή που ο Μαγιάρ κέρδισε, όχι επειδή τον αποκήρυξε στο σύνολό του, αλλά υιοθετώντας τα «βολικά» του κομμάτια. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος για να θεραπευτεί η ουγγρική δημοκρατία και να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη μεταξύ Βουδαπέστης και Βρυξελλών. Η εκλογική αποδοκιμασία του Όρμπαν δεν είναι το τέλος, αλλά μόλις η αρχή αυτής της διαδικασίας.



