Σύμφωνα με ανάλυση της Kpler, το Πεκίνο έχει ισχυρό κίνητρο να στηρίξει μια σταδιακή επαναλειτουργία του στρατηγικού θαλάσσιου περάσματος, χωρίς όμως να διαρρήξει τις σχέσεις του με την Τεχεράνη.
Η Κίνα εξακολουθεί να είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου, απορροφώντας πάνω από το 80% των εξαγωγών της Τεχεράνης. Το 2025 οι κινεζικές εισαγωγές ιρανικού crude εκτιμώνται σε περίπου 1,38 εκατ. βαρέλια ημερησίως.
Παράλληλα, η κινεζική οικονομία διαθέτει σημαντικά στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου και διαφοροποιημένες πηγές προμήθειας, γεγονός που της επέτρεψε να απορροφήσει μέρος των αρχικών κραδασμών. Ωστόσο, η παρατεταμένη κρίση αυξάνει το κόστος μεταφοράς, ενισχύει την αβεβαιότητα στις αγορές και επηρεάζει τη βιομηχανική παραγωγή και τις εξαγωγές.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αξιοποιήσει αυτή την εξάρτηση της Κίνας από τις ενεργειακές ροές του Κόλπου ώστε να ασκήσει πίεση προς το Πεκίνο. Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Scott Bessent δήλωσε ότι η Κίνα «έχει ισχυρό συμφέρον» να συμβάλει στην επαναλειτουργία του Στενού, ενώ ο Marco Rubio κάλεσε δημόσια το Πεκίνο να αναλάβει «πιο ενεργό ρόλο» απέναντι στην Τεχεράνη.
Τις τελευταίες εβδομάδες παρατηρούνται ενδείξεις αποκλιμάκωσης, καθώς ορισμένα κινεζικά και ασιατικά δεξαμενόπλοια πραγματοποίησαν περιορισμένες διελεύσεις από το Ορμούζ. Σύμφωνα με στοιχεία παρακολούθησης πλοίων από Reuters και Financial Times, τουλάχιστον τρία VLCCs με φορτία προς Κίνα και Νότια Κορέα διέσχισαν το πέρασμα μεταφέροντας περίπου 6 εκατ. βαρέλια crude oil.
Αναλυτές εκτιμούν ότι το Πεκίνο πιθανόν επιδιώκει μια ελεγχόμενη επαναφορά της ναυσιπλοΐας, χωρίς πλήρη στρατιωτική εμπλοκή και χωρίς να εμφανιστεί ότι συντάσσεται με τις αμερικανικές πιέσεις. Η κινεζική θέση φαίνεται να επικεντρώνεται στην ελεύθερη ναυσιπλοΐα, χωρίς διόδια ή μονομερή στρατιωτικό έλεγχο της περιοχής.
Την ίδια στιγμή, η Τεχεράνη προσπαθεί να διατηρήσει εναλλακτικές διαδρομές εξαγωγών μέσω χερσαίων δικτύων, της Κασπίας Θάλασσας και σιδηροδρομικών συνδέσεων προς την Κίνα, ώστε να περιορίσει την εξάρτηση από το Ορμούζ.
Παρά τη σχετική βελτίωση του κλίματος, η εικόνα στην περιοχή παραμένει εύθραυστη. Οι ασφαλιστικές καλύψεις πολέμου εξακολουθούν να είναι εξαιρετικά ακριβές, ενώ ναυτιλιακές εταιρείες και operators τηρούν στάση αναμονής.






