Το νέο πλαίσιο βάζει ουσιαστικά νέους «κόφτες» στο πού μπορούν να αναπτυχθούν φωτοβολταϊκοί και αιολικοί σταθμοί και, σύμφωνα με τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, δημιουργεί ένα πιο σαφές και αυστηρό πλαίσιο για την προστασία του περιβάλλοντος και των τοπικών κοινωνιών.
«Θέλουμε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά τις θέλουμε με έναν τρόπο πιο οργανωμένο, πιο σαφή, πιο νοικοκυρεμένο. Πρέπει να υπάρχουν κάποια σαφή όρια, με σεβασμό στα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής», δήλωσε ο υπουργός.
Σύμφωνα με όσα προβλέπονται, για πρώτη φορά θεσπίζονται αυστηρότερα κριτήρια αποκλεισμού για περιοχές Natura 2000, με έμφαση στις Ζώνες Ειδικής Προστασίας, λοιπές προστατευόμενες περιοχές, δάση και δασικές εκτάσεις, περιοχές με υψόμετρο άνω των 1.200 μέτρων, μνημεία και αρχαιολογικές ζώνες, αλλά και νησιωτικές και τουριστικές περιοχές. Στόχος, σύμφωνα με το ΥΠΕΝ, είναι να δημιουργηθεί ένα σταθερό και διαφανές πλαίσιο για επενδύσεις και αδειοδοτήσεις έργων ΑΠΕ σε όλη τη χώρα.
Οι αντιδράσεις
Ωστόσο, οι νέες προβλέψεις ήδη προκαλούν αντιδράσεις στην αγορά. Παράγοντες του κλάδου των αιολικών εκφράζουν έντονο προβληματισμό για τις οριζόντιες απαγορεύσεις εγκατάστασης έργων πάνω από τα 1.200 μέτρα υψόμετρο, αλλά και για τους περιορισμούς στα μικρά νησιά, υποστηρίζοντας ότι τέτοιες ρυθμίσεις ενδέχεται να αποκλείσουν περιοχές με υψηλό αιολικό δυναμικό χωρίς εξατομικευμένη αξιολόγηση.
Ανάλογες αντιδράσεις εκφράζονται και από φορείς της αγοράς φωτοβολταϊκών, οι οποίοι επισημαίνουν ότι οι οριζόντιοι περιορισμοί δημιουργούν αβεβαιότητα για νέες επενδύσεις και ζητούν πιο ευέλικτα και τεχνοκρατικά κριτήρια χωροθέτησης.
Πάντως, σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, σημαντικός αριθμός έργων δεν αναμένεται να επηρεαστεί, καθώς έχουν ήδη εξασφαλίσει όρους σύνδεσης ή βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο αδειοδότησης, κάτι που προβλέπεται ρητά στις μεταβατικές διατάξεις του νέου πλαισίου.
Το νέο χωροταξικό καλύπτει το σύνολο των βασικών τεχνολογιών ΑΠΕ και αποθήκευσης ενέργειας, όπως φωτοβολταϊκούς σταθμούς, αιολικά πάρκα, μικρά υδροηλεκτρικά έργα, μονάδες βιομάζας, βιοαερίου και βιορρευστών, γεωθερμικές εγκαταστάσεις, καθώς και συστήματα αποθήκευσης ενέργειας, όπως μπαταρίες.
Παράλληλα προβλέπει συγκεκριμένες εξαιρέσεις, ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια δικαίου και να μην ανατρέπονται υφιστάμενες επενδύσεις και μικρές ενεργειακές εγκαταστάσεις. Εκτός του πεδίου εφαρμογής παραμένουν έργα που λειτουργούν ήδη ή βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο αδειοδότησης, μικρές εγκαταστάσεις ΑΠΕ που εξαιρούνται από αδειοδοτικές διαδικασίες, μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα και έργα αντλησιοταμίευσης, καθώς και φωτοβολταϊκά που εγκαθίστανται σε στέγες κτιρίων.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η θαλάσσια χωροθέτηση. Για πρώτη φορά η Ελλάδα αποκτά ολοκληρωμένο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας που συνδέει την ανάπτυξη των θαλάσσιων ΑΠΕ με τον συνολικό θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό της χώρας.
Το νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ εισάγει ειδικούς κανόνες χωροθέτησης για αιολικές και φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις στη θάλασσα, αναγνωρίζοντας τη στρατηγική σημασία του θαλάσσιου χώρου για την ενεργειακή ασφάλεια, την ενεργειακή αυτονομία και τη γεωπολιτική θέση της χώρας. Προβλέπονται συγκεκριμένες περιοχές προστασίας και αποκλεισμού, ειδικά κριτήρια χωροθέτησης, καθώς και υποχρεωτικές εξειδικευμένες μελέτες για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και των οικοσυστημάτων.
Επί της ουσίας, το νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ εστιάζει κυρίως στη χωροθέτηση των μεγάλων έργων που έχουν τη μεγαλύτερη επίδραση στο περιβάλλον, στο τοπίο και στις χρήσεις γης, διαμορφώνοντας για πρώτη φορά ένα ενιαίο και ξεκάθαρο πλαίσιο κανόνων σε εθνικό επίπεδο.
Σήμερα στην Ελλάδα περισσότερο από το 50% της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνεται προέρχεται από ΑΠΕ, ενώ η χώρα κατατάσσεται τρίτη παγκοσμίως στη διείσδυση ηλιακής ενέργειας και ένατη στην αιολική. Μέσω της διείσδυσης των ΑΠΕ έχει ήδη μειωθεί η ηλεκτροπαραγωγή από τον ακριβό και ρυπογόνο λιγνίτη κατά περισσότερο από 90% σε σχέση με το 2005, ενώ η εγκατεστημένη ισχύς ΑΠΕ έχει φτάσει τα 18 GW από 6,3 GW το 2019.
Σύμφωνα με το ΥΠΕΝ, το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο λαμβάνει υπόψη τις νέες περιβαλλοντικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, με απώτερο στόχο την επίτευξη των ενεργειακών στόχων της χώρας έως το 2050, περιορίζοντας παράλληλα αβεβαιότητες, συγκρούσεις χρήσεων γης και καθυστερήσεις που συχνά δημιουργούσαν προβλήματα τόσο στις τοπικές κοινωνίες όσο και στις ίδιες τις επενδύσεις.



