Με το άρθρο 47 του νομοσχεδίου των Υπουργείων Οικονομίας και Ανάπτυξης, που ήδη συζητείται στη Βουλή, «η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών (σ.σ.: της μειοψηφίας μετόχων) διευκολύνεται με το να μην είναι πλέον υποχρεωτική η κατάθεση των μετοχών», όπως αναφέρει η εισηγητική έκθεση του νομοσχεδίου.
Αν η κατάθεση των μετοχών πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν την πραγματοποίηση της γενικής συνέλευσης δεν θα είναι πλέον υποχρεωτική, (επειδή δεν διευκρινίζεται ρητά στο νομοσχέδιο που προωθεί η Κυβέρνηση), τότε οι μέτοχοι και οι εκπρόσωποί τους θα μπορούν να ψηφίζουν με μια απλή βεβαίωση της εταιρείας ή του Αποθετηρίου.
Αυτό αν συμβεί, σημαίνει ότι ανοίγει ο δρόμος για να ασκήσουν χωρίς περιορισμούς τα δικαιώματά τους στις γενικές συνελεύσεις τα ξένα, κατά κύριο λόγο, επενδυτικά χαρτοφυλάκια, που ως τώρα δεν είχαν συμμετοχή στις αποφάσεις, ακριβώς επειδή τα καταστατικά των περισσότερων fund απαγορεύουν στους διαχειριστές να δεσμεύουν με οποιοδήποτε τρόπο, έστω και για λίγες ημέρες, τις μετοχές τους, ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να τις ρευστοποιούν.
Αυτή ήταν και μια δικλίδα ασφαλείας για τις ελληνικές εισηγμένες εταιρείες, δεδομένου ότι οι κερδοσκοπικές επιδιώξεις των ξένων fund δεν συνάδουν κατ ανάγκη με το μακροπρόθεσμο συμφέρον των εταιρειών, των μετόχων τους και της εθνικής οικονομίας. Για παράδειγμα, τα ξένα fund μπορεί να μην έχουν συμφέρον να εγκρίνουν μια αύξηση κεφαλαίου ζωτικής σημασίας, ή τη μη διανομή μερίσματος για να χρηματοδοτηθεί ένα επενδυτικό πρόγραμμα μακροχρόνιας απόδοσης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα ξένα κερδοσκοπικά χαρτοφυλάκια ελέγχουν ήδη το 57% της κεφαλαιοποίησης των μεγαλύτερων ελληνικών εταιρειών, που συμμετέχουν στο χρηματιστηριακό δείκτη FTSE-20, ενώ συνολικότερα ελέγχουν πάνω από 50% της κεφαλαιοποίησης των ελληνικών εισηγμένων εταιρειών. Σε εταιρείες στρατηγικής σημασίας, όπως η Εθνική Τράπεζα, τα χαρτοφυλάκια αυτής της κατηγορίας ελέγχουν ακόμη και ποσοστά άνω του 50%. Με τη μείωση της συμμετοχής του Δημοσίου κάτω από το 50% σε εταιρείες όπως ο ΟΤΕ, ο ΟΠΑΠ, το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, τα ΕΛΠΕ και ενδεχομένως αργότερα η ΔΕΗ και η ΕΥΔΑΠ γίνεται αντιληπτό ότι η δυνατότητα των ξένων θεσμικών επενδυτών να συμμετέχουν στη λήψη των αποφάσεων ισοδυναμεί σε αρκετές περιπτώσεις με την ανάληψη του ελέγχου των εταιρειών.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας κ. Τάκης Αράπογλου, μιλώντας πέρυσι σε γενική συνέλευση των μετόχων για την έγκριση της αύξησης κεφαλαίου που χρηματοδότησε την εξαγορά της Finansbank, είχε απαντήσει στις αιτιάσεις περί αφελληνισμού της τράπεζας από την ενίσχυση της συμμετοχής των ξένων επενδυτών τονίζοντας ότι «αυτός ο κίνδυνος δεν υφίσταται, αφού οι ξένοι επενδυτές αποφεύγουν ή από το καταστατικό τους απαγορεύεται να δεσμεύουν μετοχές για να μετέχουν σε γενικές συνελεύσεις».
Αν τα ξένα κερδοσκοπικά κεφάλαια έχουν δικαίωμα ψήφου στις συνελεύσεις χωρίς τη δέσμευση των μετοχών τους, και με δεδομένο ότι πολύ εύκολα πλέον σε αρκετές επιχειρήσεις μπορούν να σχηματισθούν από τους ξένους θεσμικούς μπλοκ με συνολικά δικαιώματα ψήφου άνω του 20%, γίνεται σαφές ότι οι ξένοι θεσμικοί θα έχουν τη δυνατότητα ακόμη και να μπλοκάρουν τις σημαντικότερες αποφάσεις που λαμβάνονται από τις γενικές συνελεύσεις των μετόχων.
Για παράδειγμα, ξένοι θεσμικοί με ποσοστό συμμετοχής άνω του 20% θα μπορούσαν να μπλοκάρουν ένα επενδυτικό πρόγραμμα για την αναβάθμιση του παραγωγικού δυναμικού της ΔΕΗ, ή μια αναγκαία μελλοντική αύξηση κεφαλαίου μιαςμεγάλης τράπεζας, που θα είχε μείζονα σημασία για την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της.



