Η απόφαση (υπ’ αριθμ. 747/2026) εκδόθηκε με πρόεδρο τον αντιπρόεδρο του ΣτΕ Ηλία Μάζο και εισηγητή τον σύμβουλο Επικρατείας Ιωάννη Παπαγιάννη.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Η αιτούσα είχε ενταχθεί σε καθεστώς αστυνομικής προστασίας, το οποίο περιλάμβανε φρούρηση της κατοικίας της και συνοδεία στις μετακινήσεις της, καθώς είχε χαρακτηριστεί ως «ευπαθής στόχος» λόγω της ιδιότητάς της ως ουσιώδους μάρτυρα στην ποινική διερεύνηση της υπόθεσης Siemens, η οποία έχει απασχολήσει τη Δικαιοσύνη επί σειρά ετών.
Με απόφαση της ΕΛ.ΑΣ. τα μέτρα προστασίας είχαν τερματιστεί, με το αιτιολογικό ότι δεν υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις για ύπαρξη ενεργού απειλής σε βάρος της.
Η κρίση του ΣτΕ
Το Δ΄ Τμήμα του ΣτΕ έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι η αιτιολογία της αστυνομικής αρχής για τη διακοπή των μέτρων ήταν πλημμελής και ανεπαρκής.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, η παύση της προστασίας στηρίχθηκε αποκλειστικά στην εκτίμηση ότι δεν υφίστανται επαρκείς πληροφορίες περί άμεσης απειλής, χωρίς όμως να αποκλείεται η ύπαρξη κινδύνου, ούτε να πραγματοποιείται ειδικότερη αξιολόγηση των περιστάσεων που είχαν μεσολαβήσει από την προηγούμενη απόφαση συνέχισης της προστασίας.
Το Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι είχε παρέλθει μικρό χρονικό διάστημα από την τελευταία κρίση υπέρ της συνέχισης των μέτρων, γεγονός που καθιστούσε αναγκαία, κατά την κρίση του, πιο τεκμηριωμένη και εξειδικευμένη αιτιολόγηση για την άρση τους.
Με βάση τα παραπάνω, το ΣτΕ ακύρωσε την απόφαση της ΕΛ.ΑΣ., κρίνοντας ότι δεν πληρούνταν οι απαιτήσεις επαρκούς αιτιολογίας και εξατομικευμένης εκτίμησης κινδύνου.
Η απόφαση επαναφέρει το ζήτημα των προϋποθέσεων υπό τις οποίες οι αρχές μπορούν να διακόπτουν μέτρα προστασίας για πρόσωπα που έχουν χαρακτηριστεί ως ευπαθείς μάρτυρες σε υποθέσεις υψηλού δημοσίου ενδιαφέροντος.



