Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, σχεδόν το 1/3 των συνολικών δαπανών υγείας στην Ελλάδα καλύπτεται απευθείας από την τσέπη των πολιτών.
Συγκεκριμένα, η ιδιωτική συμμετοχή στις δαπάνες υγείας στην Ελλάδα ανέρχεται σε 34,3%, τοποθετώντας τη χώρα στην τρίτη υψηλότερη θέση στην Ε.Ε., μετά τη Βουλγαρία (35,5%) και τη Λετονία (35,1%). Για λόγους σύγκρισης, ο μέσος όρος ιδιωτικής συμμετοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι 14,6%, δηλαδή σχεδόν το μισό.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο δυσμενής αν συνεκτιμηθεί η χαμηλή αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών. Με βάση τις Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης (PPS), το μέσο διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα διαμορφώνεται στα 752 ευρώ, έναντι 542 ευρώ που είναι ο μέσος όρος στην Ε.Ε. — γεγονός που σημαίνει πως η Ελλάδα, παρά την υψηλότερη τιμή, εξακολουθεί να έχει μειωμένη πραγματική αγοραστική ισχύ, επιτείνοντας τη δυσκολία πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας.
Υπηρεσίες εκτός κάλυψης
Η κατάσταση επιβαρύνεται περαιτέρω από τις ελλείψεις στο δημόσιο σύστημα υγείας, το οποίο αδυνατεί να καλύψει επαρκώς βασικές ανάγκες των πολιτών. Εκτός δημόσιας υγειονομικής κάλυψης παραμένουν κρίσιμες υπηρεσίες όπως:
-
Φάρμακα,
-
Επισκέψεις σε εξωτερικά ιατρεία,
-
Οδοντιατρική περίθαλψη,
-
Διαγνωστικές εξετάσεις.
Οι πολίτες καλούνται να καλύψουν το κόστος αυτών των υπηρεσιών από τον οικογενειακό τους προϋπολογισμό, συχνά αναγκάζονται να αναβάλουν ή να παραλείπουν απαραίτητες ιατρικές πράξεις, με κίνδυνο για τη μακροπρόθεσμη υγεία τους.
Ένα σύστημα σε ανάγκη μεταρρύθμισης
Τα στοιχεία αναδεικνύουν ένα διπλό αδιέξοδο για τα ελληνικά νοικοκυριά: από τη μία πλευρά η επιβάρυνση από τις υψηλές ιδιωτικές δαπάνες και από την άλλη η αδυναμία του δημόσιου συστήματος να προσφέρει αποτελεσματική και δωρεάν κάλυψη για όλους. Η ανάγκη για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις στην υγεία είναι περισσότερο επιτακτική από ποτέ.






