Το κόστος κρατικού δανεισμού σε όλο τον κόσμο έχει εκτοξευθεί τις τελευταίες ημέρες στα υψηλότερα επίπεδα εδώ και χρόνια, αντανακλώντας τους φόβους ότι ο πόλεμος, η δημογραφική συρρίκνωση και οι απρόβλεπτες συνέπειες της τεχνολογικής αλλαγής οδηγούν τα δημόσια οικονομικά της Ουάσινγκτον στα όρια.
Οι επιπτώσεις μεταδίδονται και στις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές, καθώς οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να ανταγωνιστούν την Ουάσινγκτον για το παγκόσμιο απόθεμα αποταμιεύσεων. Ο ανταγωνισμός αυτός έχει γίνει πολύ πιο έντονος φέτος, καθώς οι αμερικανικοί τεχνολογικοί κολοσσοί έχουν δανειστεί εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια, κυνηγώντας τις ευκαιρίες που δημιουργεί η τεχνητή νοημοσύνη.
Οι αποδόσεις των 10ετών γερμανικών ομολόγων, οι οποίες λειτουργούν ως σημείο αναφοράς για την υπόλοιπη Ευρώπη, έφτασαν νωρίτερα αυτή την εβδομάδα στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011. Η άνοδος ήρθε καθώς οι φόβοι για τον πληθωρισμό και η διεύρυνση του αμερικανικού δημοσιονομικού ελλείμματος οδήγησαν την απόδοση του 30ετούς αμερικανικού Treasury —δηλαδή την απόδοση που λαμβάνουν οι επενδυτές όταν δανείζουν χρήματα στην κυβέρνηση— στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 19 ετών.
Το πρόβλημα επιδεινώθηκε από την είδηση ότι το χρέος της αμερικανικής κυβέρνησης ξεπέρασε πλέον τα 40 τρισ. δολάρια.
Ως αποτέλεσμα, πολλές κυβερνήσεις της ΕΕ είναι πιθανό να βρεθούν αντιμέτωπες με πρόσθετες πιέσεις για αυξήσεις φόρων ή περικοπές δαπανών, ακόμη και ενώ προσπαθούν να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες. Το ζήτημα θα βρεθεί στο επίκεντρο όταν οι κυβερνήσεις επιστρέψουν από τις θερινές διακοπές και ξεκινήσουν τον σχεδιασμό των προϋπολογισμών για το επόμενο έτος.
Σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ισπανία και η Ιταλία, η κατάσταση αυτή θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά τις εθνικές εκλογές που αναμένονται την επόμενη χρονιά.
Η Γαλλία στο επίκεντρο
Η ακροδεξιά ηγέτιδα της Γαλλίας Μαρίν Λεπέν έσπευσε ήδη την Τετάρτη να αξιοποιήσει την κατάσταση, προβάλλοντας αυτό που αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα βασικά μηνύματά της στις προεδρικές εκλογές της επόμενης άνοιξης.
Η Λεπέν χαρακτήρισε την άνοδο των αποδόσεων των γαλλικών ομολόγων «αμείλικτο απολογισμό για 10 χρόνια μακρονισμού».
«Ήρθε η ώρα να καθαρίσουμε τους στάβλους του Αυγεία στους οποίους έχουν μετατραπεί τα δημόσια οικονομικά!» ανέφερε μέσω των social media.
Ωστόσο, δεν παρουσίασε λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο θα επιχειρούσε να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά.
Ο Μπρουνό Λε Μερ, ο οποίος διετέλεσε υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας επί επτά χρόνια, απάντησε ότι το κόμμα της Λεπέν έχει διαχρονικά εμποδίσει τις προσπάθειες των κυβερνήσεων του Εμανουέλ Μακρόν να περιορίσουν το δημοσιονομικό έλλειμμα. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε την πίεση που άσκησε το κόμμα το 2025, οδηγώντας στην εγκατάλειψη της προτεινόμενης μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού.
Η αργή «μέγγενη» του χρέους
Η αδυναμία της Γαλλίας να διορθώσει την πορεία των δημόσιων οικονομικών της έχει σταδιακά υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Πλέον, το Παρίσι χρειάζεται να προσφέρει υψηλότερες αποδόσεις για να δανειστεί σε σχέση ακόμη και με αντίστοιχους ιταλικούς τίτλους.
Αυτό καθιστά τη Γαλλία ιδιαίτερα ευάλωτη σε ένα φαινόμενο που αντιμετωπίζουν σχεδόν όλες οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες: τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης.
Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες έχουν συσσωρεύσει τεράστια χρέη τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Περιοδικές κρίσεις, όπως η πανδημία και η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, επιδείνωσαν μια μακροχρόνια επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών, η οποία συνδέεται κυρίως με την αύξηση των δαπανών για υγεία και συντάξεις.
Το δημόσιο χρέος στην Ευρωζώνη αυξήθηκε από περίπου 66% του ΑΕΠ το 2007 σε λίγο κάτω από 88% πέρυσι.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένει ότι το ποσοστό θα συνεχίσει να αυξάνεται το προσεχές διάστημα, καθώς τα δημοσιονομικά ελλείμματα διευρύνονται εκ νέου υπό την πίεση των πολέμων στο Ιράν και την Ουκρανία.
Όσο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διατηρούσε τα επιτόκια κοντά στο μηδέν, από το 2009 έως το 2022, η εξυπηρέτηση αυτού του χρέους παρέμενε διαχειρίσιμη.
Όμως η επιστροφή των πληθωριστικών πιέσεων έχει αλλάξει την εικόνα.
Η ΕΚΤ έχει ήδη αυξήσει τα επιτόκια μία φορά φέτος, καθώς ο πόλεμος ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν οδήγησε σε άνοδο των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ο David Rees, επικεφαλής παγκόσμιας οικονομίας στη Schroders, αναμένει ακόμη δύο αυξήσεις κατά 25 μονάδες βάσης μέχρι το τέλος του έτους.
Το κόστος του χρέους εκτοξεύεται
Έτσι, ομόλογα που πριν από μία δεκαετία μπορούσαν να εκδοθούν με σχεδόν μηδενικό κόστος πρέπει πλέον να αναχρηματοδοτηθούν με επιτόκια πολύ πιο κοντά στα ιστορικά φυσιολογικά επίπεδα.
Μάλιστα, η Γερμανία έφτασε ακόμη και στο σημείο οι επενδυτές να πληρώνουν για να της δανείσουν χρήματα, μέχρι και το 2022.
Στη Γαλλία, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αναμένεται να αυξηθεί δραματικά. Η γαλλική στατιστική υπηρεσία INSEE εκτιμά ότι οι δαπάνες για τόκους θα υπερτετραπλασιαστούν κατά την τρέχουσα δεκαετία, από 30 δισ. ευρώ το 2020 σε 124 δισ. ευρώ το 2030.
Πρόκειται για χρήματα που υπό διαφορετικές συνθήκες θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στην κατασκευή νέων νοσοκομείων, στην πράσινη μετάβαση, στην ενίσχυση της άμυνας ή ακόμη και στη μείωση των φόρων.
Εκλογές με φόντο το χρέος
Η Γαλλία δεν είναι η μόνη χώρα που βρίσκεται αντιμέτωπη με υψηλότερο κόστος δανεισμού σε μια κρίσιμη πολιτική συγκυρία.
Οι Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία και Πέδρο Σάντσεθ στην Ισπανία αντιμετωπίζουν εκλογικές αναμετρήσεις την επόμενη χρονιά. Στις κάλπες αναμένεται επίσης να προσέλθουν οι ψηφοφόροι στη Φινλανδία, την Ελλάδα, την Εσθονία και τη Σλοβακία, καθώς και στην Πολωνία, η οποία δεν ανήκει στην Ευρωζώνη.
Μελόνι και Σάντσεθ έχουν τουλάχιστον ορισμένους παράγοντες που λειτουργούν ως «μαξιλάρι».
Στην Ιταλία, η επιβάρυνση από την εξυπηρέτηση του χρέους είναι λιγότερο έντονη, καθώς τα νέα ομόλογα δεν είναι αισθητά ακριβότερα από εκείνα που εξέδιδε η χώρα πριν από μία δεκαετία, όταν εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει το στίγμα της κρίσης κρατικού χρέους.
Στην Ισπανία, από την άλλη, η ταχεία αύξηση του πληθυσμού που έχει ενισχυθεί από τη σχετικά χαλαρή μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης Σάντσεθ έχει αυξήσει το ΑΕΠ και διασφαλίζει ότι στο μέλλον θα υπάρχουν περισσότεροι άνθρωποι που θα επωμίζονται το βάρος του χρέους.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το ισπανικό χρέος αναμένεται να υποχωρήσει εκ νέου κάτω από το 100% του ΑΕΠ φέτος.
Η Ευρώπη απέχει ακόμη από μια νέα κρίση χρέους
Παρά τις αυξανόμενες ανησυχίες, η γενική εκτίμηση παραμένει ότι η Ευρώπη απέχει ακόμη από μια νέα κρίση χρέους ανάλογη με εκείνη του 2010.
Το συνολικό δημοσιονομικό έλλειμμα της Ευρωζώνης είναι περίπου το μισό από εκείνο των ΗΠΑ, ενώ η ΕΕ και η ΕΚΤ έχουν καλύψει τα σημαντικότερα θεσμικά και κανονιστικά κενά που είχαν συμβάλει στην κρίση κρατικού χρέους πριν από 16 χρόνια.
Επιπλέον, οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις που προώθησε η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς στη Γερμανία αναμένεται να στηρίξουν την ανάπτυξη τόσο στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης όσο και στην ΕΕ συνολικά, σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο της Berenberg Bank, Holger Schmieding.
Ωστόσο, η ανησυχία αυξάνεται, ιδιαίτερα λόγω της κατάστασης στη Γαλλία.
Ο Olivier Blanchard, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, προειδοποίησε την περασμένη εβδομάδα ότι υπάρχει μια «δυνητικά μεγάλη ζώνη κινδύνου», στην οποία μια κρίση μπορεί είτε να εκδηλωθεί είτε να αποφευχθεί, ανάλογα με τη διάθεση των επενδυτών.
«Δεδομένου του χρέους και του ελλείμματός μας, πιθανότατα έχουμε εισέλθει στη ζώνη κινδύνου», δήλωσε.
Το βασικό πρόβλημα για την Ευρώπη, επομένως, δεν είναι μόνο το αμερικανικό χρέος των 40 τρισ. δολαρίων. Είναι ο παγκόσμιος ανταγωνισμός για κεφάλαια που δημιουργείται από τις τεράστιες ανάγκες χρηματοδότησης των ΗΠΑ, τις επενδύσεις των τεχνολογικών κολοσσών στην τεχνητή νοημοσύνη, τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες και το υψηλότερο κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να βρουν ισορροπία ανάμεσα στη δημοσιονομική πειθαρχία και στην ανάγκη για περισσότερες επενδύσεις, σε μια περίοδο κατά την οποία το χρήμα γίνεται ακριβότερο και ο ανταγωνισμός για διαθέσιμα κεφάλαια εντείνεται.



