Εφόσον το πρόστιμο παραμείνει σε ισχύ, θα αποτελεί το δεύτερο υψηλότερο που έχει επιβληθεί στην Ευρώπη βάσει του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων (GDPR). Στην κορυφή βρίσκεται η κύρωση των 1,2 δισ. ευρώ που επιβλήθηκε το 2023 στη Meta από την ιρλανδική εποπτική αρχή, για παράνομη μεταφορά δεδομένων Ευρωπαίων χρηστών του Facebook στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Meta έχει προσφύγει κατά της συγκεκριμένης απόφασης.
Η Uber, από την πλευρά της, γνωστοποίησε ότι θα προσφύγει επίσης κατά της απόφασης.
«Διαφωνούμε έντονα με αυτή την απόφαση και με το δυσανάλογα υψηλό πρόστιμο», δήλωσε εκπρόσωπος της εταιρείας, επισημαίνοντας ότι η Uber αντιμετωπίζει με σοβαρότητα τα δικαιώματα των οδηγών. Όπως εξήγησε, οι διαδικασίες της εταιρείας περιλαμβάνουν ανθρώπινο έλεγχο, ενώ οι οδηγοί έχουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν αποφάσεις που περιορίζουν ή αναστέλλουν την πρόσβασή τους στην πλατφόρμα.
Η ολλανδική Αρχή Προστασίας Δεδομένων επιβεβαίωσε ότι εξέδωσε την απόφαση, χωρίς ωστόσο να είναι άμεσα διαθέσιμη για επιπλέον σχόλια.
Τα τελευταία χρόνια, οι ευρωπαϊκές ρυθμιστικές αρχές έχουν επιβάλει πρόστιμα δισεκατομμυρίων ευρώ σε μεγάλους αμερικανικούς τεχνολογικούς ομίλους, εφαρμόζοντας τους ευρωπαϊκούς κανόνες για την προστασία της ιδιωτικότητας, τον ανταγωνισμό και τη λειτουργία των ψηφιακών αγορών. Μεταξύ των εταιρειών που έχουν βρεθεί επανειλημμένα αντιμέτωπες με κυρώσεις είναι οι Meta, Google, Apple και Amazon. Ωστόσο, αρκετά από τα υψηλά πρόστιμα που ανακοινώνονται αρχικά μειώνονται ή ακυρώνονται στη συνέχεια, έπειτα από πολυετείς δικαστικές προσφυγές.
Οι ευρωπαϊκές κυρώσεις έχουν προκαλέσει αντιδράσεις από τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ενώ τον Απρίλιο υψηλόβαθμος αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών είχε χαρακτηρίσει τα σχετικά πρόστιμα "τη μεγαλύτερη μεμονωμένη πηγή τριβής" στις οικονομικές σχέσεις ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο GDPR δεν επιτρέπει τη λήψη αποφάσεων αποκλειστικά από ηλεκτρονικά συστήματα και αλγορίθμους όταν αυτές μπορούν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη ζωή των πολιτών. Σε αυτές τις περιπτώσεις προβλέπεται ουσιαστική ανθρώπινη παρέμβαση, αλλά και δικαίωμα του ενδιαφερόμενου να αμφισβητήσει την απόφαση.
«Η AP διαπίστωσε ότι η Uber παραβίασε τα δικαιώματα των οδηγών, και συγκεκριμένα το δικαίωμα να μην υπόκεινται σε αυτοματοποιημένη λήψη αποφάσεων που έχει σημαντικές συνέπειες», αναφέρεται στην απόφαση.
Παράλληλα, η εποπτική αρχή έκρινε ότι η Uber παραβίασε και το δικαίωμα των οδηγών στην ενημέρωση, θεωρώντας την παράβαση σοβαρή και, ως εκ τούτου, δικαιολογημένη την επιβολή τόσο υψηλού προστίμου.
Η υπόθεση αφορά περιστατικά που καταγράφηκαν στην Ευρώπη από το 2020 έως το 2022 και ξεκίνησε μετά από καταγγελία που υποβλήθηκε στη Γαλλία. Την εξέταση της υπόθεσης ανέλαβε η ολλανδική εποπτική αρχή, καθώς εκεί βρίσκεται η ευρωπαϊκή έδρα της Uber.
Η εταιρεία είχε προχωρήσει σε προσωρινές αναστολές λογαριασμών οδηγών που θεωρούνταν ύποπτοι για απάτη. Τα συστήματά της, μεταξύ άλλων, μπορούσαν να εντοπίζουν περιπτώσεις στις οποίες ένας οδηγός φέρεται να πραγματοποιούσε αδικαιολόγητες παρακάμψεις, με σκοπό την αύξηση της χρέωσης, ή αποδεχόταν διαδρομές χωρίς πρόθεση να τις ολοκληρώσει.
Η Uber υποστήριξε ότι οι συγκεκριμένες αναστολές ήταν κατά κανόνα προσωρινές και ότι δεν προχωρούσε σε οριστική απενεργοποίηση λογαριασμών για τέτοιες περιπτώσεις χωρίς να προηγηθεί ανθρώπινος έλεγχος.
Ωστόσο, σύμφωνα με την AP, οδηγοί με χαμηλές αξιολογήσεις από πελάτες βρέθηκαν σε ορισμένες περιπτώσεις αντιμέτωποι με οριστική απενεργοποίηση των λογαριασμών τους μέσω αυτοματοποιημένου συστήματος. Η Uber αμφισβήτησε τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε αυτοματοποίησε τις αποφάσεις για οριστική απενεργοποίηση λογαριασμών.
Η εταιρεία ανέφερε επίσης ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους θεωρεί το πρόστιμο δυσανάλογο είναι ο περιορισμένος αριθμός των οδηγών που επηρεάστηκαν. Σύμφωνα με την Uber, συνολικά 126 οδηγοί στην Ευρώπη απενεργοποιήθηκαν το 2021 λόγω χαμηλών αξιολογήσεων από πελάτες.



