Όλα αυτά θα δικαιολογούσαν πανηγυρισμούς από τη μεριά της κυβέρνησης, αν η πραγματικότητα που βιώνει η νέα γενιά δεν απείχε τόσο πολύ από τα νούμερα των στατιστικών. Διότι πίσω από τη θεαματική μείωση της ανεργίας κρύβεται ένα δομικό παράδοξο: Oι νέοι στην Ελλάδα βρίσκουν πλέον δουλειά πιο εύκολα, αλλά δυσκολεύονται περισσότερο από ποτέ να αποκτήσουν οικονομική ανεξαρτησία.
Κι αυτό γιατί η βελτίωση των δεικτών δεν συνοδεύτηκε από ποιοτική αναβάθμιση της εργασίας. Αντίθετα, η νεανική απασχόληση στην Ελλάδα έχει εγκλωβιστεί σε μια οικονομία χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Πάνω από το 55% των νέων εργαζομένων συγκεντρώνεται στο εμπόριο, τις μεταφορές και την εστίαση— έναντι μόλις 37% στον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ.
Τελικά, παράγουμε πτυχιούχους με υψηλά προσόντα, οι οποίοι είτε αναγκάζονται να απασχοληθούν σε θέσεις που δεν απαιτούν την εξειδίκευσή τους, είτε οδηγούνται στη μετανάστευση, επειδή η εγχώρια οικονομία αδυνατεί να προσφέρει θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και αμοιβής.
Η μείωση της ανεργίας είναι αναμφίβολα ένα θετικό πρώτο βήμα. Όμως, μια κοινωνία που προσφέρει στους νέους της δουλειές των 700 και 800 ευρώ σε ένα περιβάλλον ακρίβειας και αστρονομικών ενοικίων, δεν λύνει το πρόβλημά τους· απλώς μετατρέπει την «ανεργία» σε «υποαμειβόμενη επιβίωση».
Αποσύνδεση της παιδείας από την πραγματική ζωή
Το πρόβλημα, βέβαια, ξεκινά πριν καν βγουν οι νέοι στην αγορά εργασίας. Η έκθεση του ΟΟΣΑ αναδεικνύει μια θεσμική αποτυχία του εκπαιδευτικού μας συστήματος, με πάνω από 6 στους 10 μαθητές να θεωρούν ότι το σχολείο τους προετοίμασε ελάχιστα για τις απαιτήσεις της ενήλικης ζωής, ενώ λιγότεροι από τους μισούς 15χρονους είχαν πρόσβαση σε ουσιαστικές υπηρεσίες επαγγελματικού προσανατολισμού (έναντι 82% στον ΟΟΣΑ).
Πάντως, αν και απροετοίμαστοι από το σχολικό περιβάλλον, οι νέοι μας ρίχνονται στην αγορά εργασίας, με τους χαμηλότερους μισθούς σε σύγκριση με τις ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ. Ειδικότερα, οι κάτω των 30 ετών στην Ελλάδα κερδίζουν, κατά μέσο όρο, 40% λιγότερα από τους νέους σε άλλες χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ, με όρους αγοραστικής δύναμης.
Και φυσικά η στεγαστική κρίση τους... γονατίζει, καθώς ένας νέος ηλικίας 18-29 ετών στην Ελλάδα δαπανά κατά μέσο όρο πάνω από το 60% του εισοδήματός του για τη στέγαση, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Ποσοστό που βγάζει «απαγορευτικό» στην αυτονόμηση.
Τα «αγκάθια» που καταγράφει ο ΟΟΣΑ δεν είναι λεπτομέρειες. Αν δεν αντιμετωπιστούν, η μείωση της ανεργίας θα παραμείνει ένας αριθμός σε εκθέσεις, την ώρα που η πραγματική ζωή των νέων θα συνεχίσει να βρίσκεται σε στασιμότητα.
Και τέλος, μία σημείωση που δεν είναι καθόλου άσχετη με τα παραπάνω και την οποία έχουμε επισημάνει και στο παρελθόν. Στην Ελλάδα παραμένει πολύ υψηλός ο αριθμός των νέων που δεν κάνουν τίποτα. Που βρίσκονται εκτός εργασίας, αλλά και εκπαίδευσης (ΝΕΕΤ΄s). Δηλαδή ούτε εργάζονται, ούτε σπουδάζουν. Το ποσοστό NEET για τους 15-29 ετών φτάνει το 15,6%. Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 12,9%. Το ελληνικό ποσοστό είναι σχεδόν διπλάσιο από τον στόχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που είναι 9%.
Όλοι αυτοί δεν είναι φυσικά τεμπέληδες. Είναι απροετοίμαστοι από το σχολείο για το τι έρχεται και απογοητευμένοι γιατί είτε δεν βρίσκουν δουλειά αντίστοιχη των σπουδών τους, είτε αυτή που βρίσκουν είναι κακοπληρωμένη και δεν τους προσφέρει την ανεξαρτησία που επιθυμούν. Μένουν έτσι στο πατρικό τους… περιμένοντας.



