Οι δηλώσεις του Ρούτε προκάλεσαν την έντονη αντίδραση κάποιων ευρωβουλευτών. Αλλά, δεν ήταν η πρώτη φορά που ο πρώην πρωθυπουργός της Ολλανδίας έτυχε αρνητικού σχολιασμού. Το ίδιο ακριβώς είχε συμβεί και όταν είχε αποκαλέσει τον Ντόναλντ Τραμπ «μπαμπά», μην μπορώντας να κρύψει τον… θαυμασμό του.
Μία ημέρα μετά τις δηλώσεις του στο Ευρωκοινοβούλιο,ο Γάλλος ΥΠΕΞ, Ζαν-Νοέλ Μπαρό εξέφρασε έμμεσα την ενόχλησή του γράφοντας στο Χ: «Οι Ευρωπαίοι μπορούν και πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη της δικής τους ασφάλειας. Ακόμη και οι Ηνωμένες Πολιτείες το αναγνωρίζουν. Αυτός είναι ο ευρωπαϊκός πυλώνας του ΝΑΤΟ».
Ευρωπαϊκό στρατός: Μεγαλόπνοο όραμα ή υπερβολή;
Ο Ισπανός υπουργός Εξωτερικών, Χοσέ Μανουέλ Αλμπάρες, πρότεινε μια διαφορετική κατεύθυνση: «Πρέπει να προχωρήσουμε προς έναν ευρωπαϊκό στρατό», δήλωσε στους δημοσιογράφους στις Βρυξέλλες, προσθέτοντας: «Γνωρίζω πολύ καλά ότι αυτό δεν γίνεται από τη μία μέρα στην άλλη», όμως, η Ευρώπη, όπως είπε, χρειάζεται «κάθε είδους αποτροπή – οικονομική, πολιτική, αμυντική – στα χέρια της».
Ωστόσο, όπως σημειώνει η Τζένιφερ Ράνκιν του Guardian σε σχετική της ανάλυση, η ιδέα ενός ευρωπαϊκού στρατού ανέκαθεν γεννούσε περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις. Θα πρόκειται για στρατό της ΕΕ ή για έναν ευρύτερο ευρωπαϊκό στρατό; Για μια εντελώς νέα δύναμη με διοίκηση από τις Βρυξέλλες ή για μια ενισχυμένη εκδοχή των υφιστάμενων δομών;
Μιλώντας στον Guardian, η Σοφία Μπες, ανώτερη ερευνήτρια στο Carnegie Endowment for International Peace στην Ουάσιγκτον, παρατηρεί: «Για τους υποστηρικτές του είναι ένας ιδιαίτερα οραματικός στόχος, ενώ για τους επικριτές του αποτελεί σύμβολο υπερβολής – και είναι αρκετά ασαφής ώστε να μη χρειάζεται ποτέ να συζητήσουμε σοβαρά τις λεπτομέρειες».
Πίσω από τους δημόσιους τόνους διαφωνίας, πάντως, υπάρχει μια ευρύτερη συναίνεση ότι τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ πρέπει να αναλάβουν μεγαλύτερα βάρη και πως η ευρωατλαντική συμμαχία πρέπει «να γίνει πιο ευρωπαϊκή» για να διατηρήσει τη δύναμή της.
Αυτό ακριβώς δήλωσε αυτήν την εβδομάδα η επικεφαλής της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής, Κάγια Κάλας, συμπληρώνοντας: «Η Ευρώπη πρέπει να κάνει το βήμα μπροστά (…) Καμία μεγάλη δύναμη στην ιστορία δεν ανέθεσε την επιβίωσή της σε άλλους και επέζησε». Την ίδια στιγμή, ωστόσο, απέκλεισε το σενάριο της δημιουργία ενός «ευρωπαϊκού στρατού».
«Θυσίες» για ευρωπαϊκή αυτάρκεια χωρίς χρονοδιάγραμμα
Ως προς τα… «βάρη» που πρέπει να επωμισθεί η Ευρώπη, πάντως, έχει κάνει βήματα, αφού τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ δεσμεύτηκαν να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035. Η ΕΕ, που περιλαμβάνει 23 χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ από τις 27, έχει δρομολογήσει ένα αμυντικό πρόγραμμα ύψους 800 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, για πολλούς το ερώτημα παραμένει: Θα καταφέρουν οι Ευρωπαίοι να συντονιστούν, μετά από ένα τόσο μεγάλο «διάλειμμα»;
«Οι Ευρωπαίοι κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση και μπορούν να τα καταφέρουν», δήλωσε στον Guardian ο Καμίλ Γκραν, πρώην βοηθός γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ. «Πρόκειται για μια σταθερή προσπάθεια που πρέπει να διαρκέσει μερικά χρόνια. Έχει να κάνει με την απόκτηση των κατάλληλων δυνατοτήτων ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από τις ΗΠΑ», ανέφερε ακόμη ο Γκραν, που σήμερα είναι γενικός γραμματέας της Ένωσης Αεροδιαστημικής, Ασφάλειας και Αμυντικής Βιομηχανίας της Ευρώπης.
Η ευρωπαϊκή αυτάρκεια, ωστόσο, δεν έχει σαφές χρονοδιάγραμμα. «Δεν είναι ότι μπορούμε να πούμε πως την 1η Ιανουαρίου 2030 οι Ευρωπαίοι θα είναι πλήρως αυτόνομοι», σημείωσε ο Γκραν.
Η ημερομηνία, όμως, έχει σημασία, καθώς οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, ανταποκρινόμενοι σε προειδοποιήσεις των υπηρεσιών ασφαλείας για πιθανή ρωσική επίθεση, υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη πρέπει να διαθέτει «αξιόπιστη αποτροπή» έως το 2030.
Για τους στρατιωτικούς σχεδιαστές, το 2030 είναι «αύριο», λέει ο Γκραν, αλλά μέχρι τότε η Ευρώπη μπορεί να σημειώσει «σημαντική πρόοδο» στην ενίσχυση κρίσιμων «στρατηγικών δυνατοτήτων».
Πρόκειται για τομείς στους οποίους κυριαρχούν οι ΗΠΑ, όπως οι πληροφορίες, οι δορυφόροι, οι πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς, οι αερομεταφορές και η αντιβαλλιστική άμυνα. Η Ευρώπη πιθανότατα δεν θα «καλύψει κάθε σημείο έως το 2030», αλλά μπορεί να επιτύχει ουσιαστική πρόοδο, σύμφωνα με τον Γκραν, αν και αυτό θα απαιτήσει και μια «ειλικρινή συζήτηση με τις ΗΠΑ» για την ανάγκη διατήρησης ορισμένων αμερικανικών δυνατοτήτων και μετά το 2030.
Οι αμερικανικές εγγυήσεις δεν «μετράνε» όσο στο παρελθόν
Οι απειλές του Τραμπ για τη Γροιλανδία και η αμφίθυμη στάση του απέναντι στην Ουκρανία, που συχνά αγγίζει ρωσικά επιχειρήματα, έχουν πάντως θέσει υπό αμφισβήτηση τη δέσμευση της Ουάσινγκτον σε μια κρίση.
Ο Τόμπιας Μπίλστρεμ, πρώην υπουργός Εξωτερικών της Σουηδίας που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για την ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ, εξακολουθεί να πιστεύει ότι οι ΗΠΑ θα υπερασπιστούν την Ευρώπη αν ενεργοποιηθεί το άρθρο 5 περί συλλογικής άμυνας. Τόνισε ότι και οι ΗΠΑ επωφελούνται από το ΝΑΤΟ, αναφέροντας τη γεωγραφική θέση και τις στρατιωτικές δυνατότητες των αρκτικών χωρών-μελών, όπως η Φινλανδία, η Σουηδία, η Νορβηγία και η Ισλανδία.
Ο ίδιος, που πλέον εργάζεται στη Nordic Air Defence, μια νεοφυή εταιρεία ανάπτυξης χαμηλού κόστους συστημάτων αναχαίτισης drones, υπογράμμισε ότι η Ευρώπη πρέπει να είναι έτοιμη να υπερασπιστεί τον εαυτό της για τα επόμενα χρόνια. «Ανεξάρτητα από την έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία, η Ρωσία θα παραμείνει εκεί που είναι. Θα είναι αναθεωρητική, θα επιδιώκει υβριδικές ενέργειες, θα θέλει να αποσταθεροποιεί. Θα έχει σαφή κίνητρα να είναι επιθετική απέναντί μας στο προβλέψιμο μέλλον».
Ωστόσο, δεν συμμερίζονται όλη την ίδια πεποίθηση και δεν εμπιστεύονται εξίσου τις ΗΠΑ. Η Μπες, για παράδειγμα, εκτιμά ότι η εμπιστοσύνη έχει χαθεί. «Δεν νομίζω ότι υπάρχουν πλέον αυταπάτες μεταξύ των Ευρωπαίων υπευθύνων χάραξης πολιτικής ότι μπορούν να βασιστούν στις εγγυήσεις ασφάλειας των ΗΠΑ», λέει χαρακτηριστικά στον Guardian.
Η δύσκολη εξίσωση της ευρωπαϊκής άμυνας
Κατά την ίδια, η Ευρώπη πρέπει να αποτινάξει παγιωμένες συνήθειες δεκαετιών στον τρόπο που ορίζει τα αμυντικά της συμφέροντα. Ο σχεδιασμός των ευρωπαϊκών δυνατοτήτων – «τι αγοράζουμε και τι αναπτύσσουμε» – βασίζεται ακόμη στα περιφερειακά σχέδια του ΝΑΤΟ, τα οποία προϋποθέτουν σημαντική αμερικανική συνεισφορά.
«Ο κίνδυνος που βλέπω σήμερα είναι ότι ξοδεύουμε τεράστια ποσά και, σε 10 ή 15 χρόνια, δεν θα είμαστε ουσιαστικά πιο ανεξάρτητοι από τις ΗΠΑ, επειδή τα χρήματα δεν δαπανώνται με συντονισμένο και στοχευμένο τρόπο ώστε να αντικαταστήσουν αυτές τις αμερικανικές δυνατότητες», σημείωσε.
Η παρατήρησή της, μάλλον, δεν αποδεικνύεται αβάσιμη, αν λάβει κανείς υπόψιν το φιλόδοξο γαλλογερμανικό πρόγραμμα για το μαχητικό αεροσκάφος, ύψους €100 δισ., το οποίο όμως έχει βαλτώσει λόγω διαφωνιών και έλλειψης εμπιστοσύνης. Ο Γερμανός καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, άφησε αυτή την εβδομάδα να εννοηθεί ότι το πρόγραμμα θα μπορούσε να περιοριστεί σε κοινά συστήματα, χωρίς το ίδιο το αεροσκάφος – «ένα μαχητικό χωρίς μαχητικό, δηλαδή σύμβολο ευρωπαϊκής άμυνας για όλους τους λάθος λόγους», σχολιάζει ο Guardian.
Την ίδια ώρα, η Ευρώπη αντιμετωπίζει διαχρονικές δυσκολίες στο συντονισμό των αμυντικών της δαπανών, με αποτέλεσμα την επικάλυψη εξοπλιστικών προγραμμάτων και τη χρήση διαφορετικών συστημάτων που μειώνουν την αποτελεσματικότητα. Αυτό έχει οδηγήσει σε προβλήματα εφοδιαστικής υποστήριξης, όπως φαίνεται από την ποικιλία όπλων που παραχωρήθηκαν στην Ουκρανία από τα κράτη-μέλη της ΕΕ.
Η Μπες επισημαίνει ότι το βασικό ζήτημα είναι να προσδιορίσει η Ευρώπη τα δικά της στρατηγικά συμφέροντα, χωρίς να προσπαθεί απλώς να αντικαταστήσει τις αμερικανικές ικανότητες.
«Ο φόβος μου είναι ότι παραμένουμε εγκλωβισμένοι στο ερώτημα “μπορούμε να αντικαταστήσουμε τις ΗΠΑ;”, αντί να αποφασίσουμε τι ακριβώς θέλουμε να κάνουμε χωρίς αυτές», λέει χαρακτηριστικά.



