Σε σχετική ανακοίνωσή του ο ΟΤΕ δίνει όλο το ιστορικό του προστίμου αναλυτικά:
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΑΚΟΜΗ ΠΡΟΣΤΙΜΟΥ
Τον Ιούνιο του 2008, η ΕΕΤΤ με νέο κανονισμό επέβαλε την αναθεώρηση και ανασχεδιασμό των καταστάσεων που έπρεπε να της υποβάλλει ο ΟΤΕ. Η αναθεώρηση αυτή ήταν μία πρωτόλεια και πολύπλοκη εργασία, που όμως ολοκληρώθηκε από τον ΟΤΕ σε σύντομο χρόνο. Σε συνεννόηση με την ΕΕΤΤ, ο ΟΤΕ παρέδωσε τα κοστολογικά στοιχεία στις 20/10/08, προκειμένου να ξεκινήσει ο κοστολογικός έλεγχος, ενώ συνέχιζε συγχρόνως την υλοποίηση του λογιστικού διαχωρισμού και τη σύνταξη καταστάσεων ΜΜΕΚ. Σημειώνεται εδώ ότι οι καταστάσεις λογιστικού διαχωρισμού όπως και οι καταστάσεις ΜΜΕΚ ελέγχονται μετά το πέρας του βασικού κοστολογικού ελέγχου, άρα δεν υπήρχε θέμα ότι η «καθυστέρηση» εμπόδισε την ΕΕΤΤ να κάνει τη δουλειά της ή ότι από την «καθυστέρηση» επωφελήθηκε με κάποιο τρόπο ο ΟΤΕ σε βάρος του ανταγωνισμού.
Οι καταστάσεις λογιστικού διαχωρισμού παραδόθηκαν στην ΕΕΤΤ στις 9/12/08. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η σχετική υποχρέωση του ΟΤΕ να υποβάλλει καταστάσεις λογιστικού διαχωρισμού αφορούσε με βάση το προηγούμενο ρυθμιστικό καθεστώς συνολικά πέντε πίνακες, ενώ το νέο κείμενο που περιλαμβάνει τις καταστάσεις λογιστικού διαχωρισμού έχει συνολική έκταση περί τις 200 σελίδες, οι οποίες πρέπει να είναι γραμμένες με τέτοιο τρόπο ώστε το κείμενο που προορίζεται προς δημοσίευση στο site του ΟΤΕ, να είναι εύληπτο και κατανοητό από οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο τρίτο.
Η μορφή με την οποία η ΕΕΤΤ ζητά στοιχεία από τον ΟΤΕ είναι τελείως διαφορετική από τον τρόπο εξαγωγής στοιχείων, μετρικών και οικονομικών, τα οποία απαιτούνται για να διοικείται η Εταιρία και να ικανοποιούνται οι απαιτήσεις των φορολογικών, χρηματιστηριακών και άλλων Αρχών, που εποπτεύουν τον ΟΤΕ. Για τον λόγο αυτό και για να ικανοποιείται η ΕΕΤΤ, ο ΟΤΕ πρέπει να δημιουργεί παράλληλα λογισμικά και να καταναλίσκει ένα μεγάλο ποσοστό του χρόνου του για να εξάγει τα στοιχεία, όπως τα θέλει η ΕΕΤΤ. Εντούτοις, στην απόφαση του προστίμου περιγράφεται με γλαφυρό τρόπο η περιορισμένη γνώση που διαθέτει η ΕΕΤΤ αναφορικά με τις κοστολογικές υποχρεώσεις που έχει επιβάλει στον ΟΤΕ. Ειδικότερα, η ΕΕΤΤ αναφέρει ότι: α) ο όγκος των ζητούμενων στοιχείων για την απόδειξη της κοστοστρέφειας είναι μικρός, λαμβανομένου του μεγέθους του ΟΤΕ, β) τα εν λόγω στοιχεία είναι ήδη διαθέσιμα στις υπηρεσίες του ΟΤΕ, η μόνη ενέργεια η οποία απαιτείται είναι η υποβολή τους στο τμήμα κοστολόγησης και γ) ο ΟΤΕ θα έπρεπε να γνωρίζει λόγω των επανειλημμένων ελέγχων και την «ποιότητα» και την «ποσότητα» των απαιτούμενων δεδομένων. Οι ανωτέρω τρεις αναφορές είναι χαρακτηριστικές του γεγονότος ότι η ΕΕΤΤ δεν γνωρίζει ή δεν θέλει να κατανοήσει τις ενέργειες που συνεπάγεται η κοστολογική διαδικασία.
Συγκεκριμένα, α) ο όγκος των δεδομένων είναι τεράστιος, για αυτό τον λόγο άλλωστε οι ελεγκτές του συστήματος αφιερώνουν τουλάχιστον αρκετούς μήνες στον έλεγχο (εάν ήταν μικρός ο όγκος δεν θα ήθελαν τόσο χρόνο για να διενεργήσουν τον έλεγχό τους ιδιαιτέρως έμπειροι ελεγκτές), β) απαιτείται τόσο συλλογή μη διαθέσιμων λογιστικών και τεχνικών πληροφοριών (για παράδειγμα ερωτηματολογίων) όσο και η ειδική επεξεργασία τους προκειμένου να καταστούν κατάλληλα για κοστολογική χρήση και γ) το κοστολογικό σύστημα κάθε χρόνο λόγω των ρυθμιστικών επιταγών είναι υποχρεωμένο να ενσωματώνει ουσιώδεις αλλαγές τόσο στη μεθοδολογία κοστολόγησης (για παράδειγμα εφαρμογή της μεθοδολογίας ΜΜΕΚ για τις μισθωμένες γραμμές) όσο και στις υπηρεσίες που κοστολογούνται. Επιπλέον, η ΕΕΤΤ συνεχώς ζητά νέα στοιχεία, συχνά τελείως άσχετα με τα αντικείμενα των ελέγχων και ακόμα συχνότερα αλλάζει τον τρόπο που επιθυμεί να έχει τα στοιχεία. Τέλος, οι προθεσμίες που τίθενται για τη συμμόρφωση του ΟΤΕ είναι τέτοιες που η ΕΕΤΤ γνωρίζει πολύ καλά ότι ο ΟΤΕ είναι αδύνατο να συμμορφωθεί μέσα σ αυτές.
Ειδικότερα, το διάστημα του ενός μηνός από την έγκριση των λογιστικών καταστάσεων για την υποβολή των κοστολογικών στοιχείων αποτελεί μια ρύθμιση της ΕΕΤΤ, η οποία έχει τις καταβολές της στα πρώτα βήματα της ρύθμισης,



