Σύμφωνα με τη Eurostat, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) μειώθηκε κατά 0,2% την περίοδο Ιανουαρίου–Μαρτίου, έναντι προηγούμενης εκτίμησης για αύξηση 0,1%. Η αναθεώρηση συνδέεται κυρίως με τη σημαντική διόρθωση των στοιχείων της Ιρλανδίας, όπου το ΑΕΠ κατέγραψε πτώση 12,1% αντί για το αρχικά εκτιμώμενο 2%.
Παρότι η παρουσία μεγάλου αριθμού πολυεθνικών εταιρειών στην Ιρλανδία συχνά αλλοιώνει τη συνολική εικόνα της ευρωζώνης, η απότομη πτώση του πρώτου τριμήνου καθιστά δυσκολότερη την εκτίμηση της οικονομικής πορείας της περιοχής. Το γεγονός αυτό δυσχεραίνει και το έργο της European Central Bank, η οποία καλείται να αξιολογήσει τις επιπτώσεις από τις διεθνείς γεωπολιτικές εντάσεις και να προσαρμόσει ανάλογα τη νομισματική πολιτική.
Σύμφωνα με το Bloomberg, αξιωματούχοι έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι εξετάζεται αύξηση επιτοκίων στη συνεδρίαση της επόμενης εβδομάδας, επικαλούμενοι τις πληθωριστικές πιέσεις από το ενεργειακό κόστος, με τον πληθωρισμό στην ευρωζώνη να κινείται στο 3,2%. Ωστόσο, υπάρχει προβληματισμός ότι οι υψηλότερες τιμές ενέργειας ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά την ήδη εύθραυστη ανάκαμψη.
Η επιχειρηματική δραστηριότητα στην ευρωζώνη έχει υποχωρήσει τους τελευταίους μήνες, με τη συρρίκνωση του Μαΐου να αποτελεί τη μεγαλύτερη από το 2024.
Νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα, ο ΟΟΣΑ εκτίμησε ότι η ανάπτυξη της ευρωζώνης θα περιοριστεί στο 0,8% για το έτος, προειδοποιώντας για επιδείνωση του οικονομικού κλίματος.
Παράλληλα με την Ιρλανδία, αναθεωρήσεις καταγράφηκαν και σε άλλες μεγάλες οικονομίες, με το ΑΕΠ της Γαλλίας να αναθεωρείται καθοδικά, ενώ της Ιταλίας εμφάνισε καλύτερη εικόνα από την αρχική εκτίμηση.
Στην Ιρλανδία ειδικότερα, ο τομέας των πολυεθνικών σημείωσε πτώση 27% στο εξεταζόμενο διάστημα. Αντίθετα, η εγχώρια οικονομική δραστηριότητα παρουσίασε πιο θετική εικόνα, καθώς η τροποποιημένη εγχώρια ζήτηση αυξήθηκε κατά 0,6%, υποστηριζόμενη από την ενίσχυση της καταναλωτικής δαπάνης.



