Συγκεκριμένα, η τιμή του φυσικού αερίου διαμορφώνεται κοντά στα 64 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας στο Χρηματιστήριο Ενέργειας φτάνει σήμερα τα 184 ευρώ/MWh. Οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν νέα δεδομένα για την ενεργειακή αγορά και επαναφέρουν το ερώτημα κατά πόσο οι αυξημένες χονδρεμπορικές τιμές θα επηρεάσουν και τα τιμολόγια που πληρώνουν οι καταναλωτές.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μέση χονδρεμπορική τιμή τον Ιούλιο είχε διαμορφωθεί περίπου στα 110 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ τα σημερινά επίπεδα είναι σημαντικά υψηλότερα, στα 130,66 ευρώ/MWh. Το ενδιαφέρον πλέον στρέφεται στις τιμές των τιμολογίων του Σεπτεμβρίου και στο κατά πόσο μέρος της αύξησης αυτής θα μετακυλιστεί στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος.
Πάντως, και τους προηγούμενους μήνες, όταν η χονδρεμπορική αγορά είχε παρουσιάσει ανοδικές τάσεις, η πλειονότητα των παρόχων δεν προχώρησε σε σημαντικές αναπροσαρμογές των τιμολογίων της. Το αν η ίδια στάση θα διατηρηθεί και αυτή τη φορά θα εξαρτηθεί από την πορεία των διεθνών αγορών και τη διάρκεια των πιέσεων στο ενεργειακό κόστος.
Άνοδος των ενεργειακών τιμών σε ολόκληρη την Ευρώπη
Οι πιέσεις δεν περιορίζονται στην ελληνική αγορά. Το υψηλό ενεργειακό κόστος αποτελεί πρόβλημα για τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς η νέα άνοδος του φυσικού αερίου επηρεάζει άμεσα το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Το φυσικό αέριο βρίσκεται και πάλι στο επίκεντρο των εξελίξεων, προσεγγίζοντας επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από τις αρχές του 2023. Η αυξημένη ζήτηση στην Ευρώπη, σε συνδυασμό με την προσπάθεια αρκετών χωρών να ενισχύσουν τα αποθέματά τους, προσθέτει νέα δυναμική στην αγορά.
Την ίδια ώρα, οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο εξακολουθούν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα. Ως αποτέλεσμα, κάθε σημαντική μεταβολή στην τιμή του καυσίμου μπορεί να επηρεάσει και τη διαμόρφωση της τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας.
Στροφή των νοικοκυριών στα σταθερά τιμολόγια
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον έντονης μεταβλητότητας, ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά φαίνεται να αναζητούν μεγαλύτερη ασφάλεια και προβλεψιμότητα στους λογαριασμούς τους. Σύμφωνα με την πρόσφατη ετήσια έκθεση της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων, το 2025 καταγράφηκε σημαντική στροφή των οικιακών καταναλωτών προς τα σταθερά, ή «μπλε», τιμολόγια.
Κατά τη διάρκεια της περσινής χρονιάς, οι έντονες διακυμάνσεις στις χονδρεμπορικές τιμές φαίνεται ότι ώθησαν αρκετούς καταναλωτές να εγκαταλείψουν το Ειδικό, ή «πράσινο», τιμολόγιο και να επιλέξουν προγράμματα με σταθερή χρέωση.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η σταδιακή απομάκρυνση από το Ειδικό Τιμολόγιο συνεχίστηκε και μέσα στο 2025. Στις 31 Δεκεμβρίου 2024, το 72,67% των οικιακών καταναλωτών παρέμενε στο συγκεκριμένο καθεστώς, ενώ έως τον Δεκέμβριο του 2025 το ποσοστό είχε υποχωρήσει στο 58%.
Η μεταβολή αυτή δείχνει ότι σημαντικό μέρος των καταναλωτών δεν παρέμεινε στο αρχικό καθεστώς ένταξης, αλλά προχώρησε σε ενεργή επιλογή διαφορετικού τύπου τιμολογίου. Η μεγαλύτερη μετακίνηση καταγράφηκε προς τα σταθερά προγράμματα, ενώ μικρότερο ήταν το ενδιαφέρον για τα κυμαινόμενα τιμολόγια.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το μερίδιο των σταθερών τιμολογίων υπερδιπλασιάστηκε, από 13,3% στο τέλος του 2024 σε 28,7% έναν χρόνο αργότερα. Η τάση αυτή αποτυπώνει την αυξημένη προτίμηση των νοικοκυριών για προϊόντα που προσφέρουν μεγαλύτερη προβλεψιμότητα ως προς την τελική χρέωση.
Η ενίσχυση των σταθερών τιμολογίων φαίνεται να συνδέεται με την ανάγκη των καταναλωτών να προστατευθούν από τις συχνές διακυμάνσεις της ενεργειακής αγοράς. Ωστόσο, καθοριστικό ρόλο εξακολουθεί να παίζει και το επίπεδο των προσφερόμενων τιμών, καθώς η επιλογή ενός προγράμματος επηρεάζεται τόσο από την ανάγκη για σταθερότητα όσο και από το κατά πόσο οι χρεώσεις παραμένουν ανταγωνιστικές.
Με τις διεθνείς εξελίξεις να διατηρούν την αβεβαιότητα σε υψηλά επίπεδα, η πορεία του φυσικού αερίου και της χονδρεμπορικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας θα βρεθεί και πάλι στο επίκεντρο. Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν οι αυξημένες πιέσεις στις αγορές θα αποδειχθούν προσωρινές ή αν θα αρχίσουν να αποτυπώνονται και στους λογαριασμούς των νοικοκυριών.






