• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
15:05 - 30 Μαρ 2007

«Καμπανάκι» από ΕΤΕ για το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών

Το ελληνικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αυξήθηκε σημαντικά την τελευταία οκταετία, παράλληλα με την ισχυρή αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας, και διαμορφώθηκε στο 12% του ΑΕΠ το 2006. Δεδομένου του εξαιρετικά υψηλού ελλείμματος δημιουργείται εύλογα το ερώτημα κατά πόσο αυτό είναι διατηρήσιμο καθώς και πότε και με ποιο τρόπο θα επιτευχθεί ο περιορισμός του χωρίς η οικονομία να βιώσει την οδυνηρήεμπειρία της Πορτογαλικής οικονομίας, η οποία υφίσταται χρόνια επιβράδυνση με ταυτόχρονη διεύρυνση του εξωτερικού ελλείμματος.

Από την ανάλυσή μας προκύπτει ότι αν και η συσσωρευμένη απώλεια ανταγωνιστικότητας κόστους (λόγω της σημαντικής ανατίμησης της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας) επιβάρυνε σημαντικά το έλλειμμα, ένα μεγάλο ποσοστό της αύξησής του οφείλεται σε προσωρινούς παράγοντες και συνεπώς είναι αναστρέψιμο σε μεσοπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα χωρίς σημαντικές συνέπειες για την οικονομία.

Συγκεκριμένα, η διεύρυνση του ελλείμματος αντανακλά κατά κύριο λόγο την ισχυρότατη επιχειρηματική επενδυτική δραστηριότητα (καθώς οι επενδύσεις χαρακτηρίζονται από ένα υψηλό ποσοστό εισαγωγών, υπερδιπλάσιο από τα υπόλοιπα συστατικά της εγχώριας ζήτησης), τις σημαντικές πληρωμές για αγορά νέων πλοίων, καθώς και το διευρυμένο έλλειμμα του πετρελαϊκού ισοζυγίου λόγω των υψηλών τιμών του αργού πετρελαίου.

Ο ρόλος των προσωρινών παραγόντων στην αύξηση του ελλείμματος

Ο υψηλός ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας τροφοδοτήθηκε από την ισχυρή εγχώρια ζήτηση και το ευνοϊκό χρηματοδοτικό περιβάλλον με αποτέλεσμα την αύξηση των εισαγωγών. Συγκεκριμένα οι επενδύσεις αποτέλεσαν βασικήκινητήρια δύναμη της οικονομίας κατά την τελευταία οκταετία με αποτέλεσμα το ποσοστό των παγίων επενδύσεων στο ΑΕΠ να ανέλθει το 2006 στο 28% του ΑΕΠ, σε σύγκριση με 22% για το μέσο όρο της ευρωζώνης, ενώ οι επιχειρηματικές επενδύσεις -- σε αντίθεση με τις επενδύσεις σε κατασκευές-- αντιστοιχούν στο 12% του ΑΕΠστην Ελλάδα συγκριτικά με 8% στη ευρωζώνη.

Καθώς η επενδυτική δαπάνη συνεπάγεται ένα υψηλό επίπεδο εισαγωγών (κυρίως κεφαλαιουχικών αγαθών), υπερδιπλάσιο από ότι αντιστοιχεί στα υπόλοιπα συστατικά της εγχώριας ζήτησης, οι υψηλοί ρυθμοί αύξησής της -- κατά 5,6%, κατά μέσο όρο την τελευταία επταετία και η επιτάχυνση στο 9,8% το 2006 --συνετέλεσαν σημαντικά στην αύξηση των εισαγωγών κατά την ίδια περίοδο. Συγκεκριμένα, η ελαστικότητα των εισαγωγών κεφαλαιουχικών αγαθών ως προς τις επιχειρηματικές επενδύσεις υπερβαίνει το 5 (δηλαδή μια αύξηση της επενδυτικής δαπάνης κατά 1% συνεπάγεται μια αύξηση των εισαγωγών κεφαλαιουχικών αγαθών της τάξης του 5%) και είναι υπερδιπλάσια της αντίστοιχης για τα καταναλωτικά αγαθά με αποτέλεσμα ο ρυθμός αύξησης των εισαγωγών να παρουσιάζει εξαιρετική ευαισθησία σε σχέση με το ρυθμό αύξησης της επενδυτικής δραστηριότητας.

Δεδομένου ότι οι εισαγωγές κεφαλαιουχικών αγαθών διευρύνουν μεσοπρόθεσμα τις αναπτυξιακές δυνατότητες τη οικονομίας, θεωρούνται ευμενείς συνιστώσες του ελλείμματος. Αναμφισβήτητα μια επιβράδυνση των ρυθμών αύξησης της επενδυτικής δαπάνης προς ένα περισσότερο διατηρήσιμο ρυθμό, συμβατό με το μέσο όρο της τελευταίας δεκαετίας (4,8% ετησίως), αναμένεται μεσοπρόθεσμα να συμβάλει στη επιβράδυνση των εισαγωγών κεφαλαιουχικών αγαθών.

Παράλληλα η σημαντική αύξηση του ελλείμματος κατά την περίοδο 2005-2006 οφείλεται στις εξαιρετικά υψηλές πληρωμές για αγορά νέων πλοίων καθώς και στη διεύρυνση του πετρελαϊκού ισοζυγίου (κατά 1.7% και 1.8% του ΑΕΠ αντιστοίχως). Όσον αφορά το υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου πλοίων αυτό απορρέει τόσο από τις πληρωμές για τις αγορές πλοίων που παραγγέλθηκαν κατά την περίοδο 2002-2003 (όταν άρχισε η εκρηκτική άνθηση του θαλάσσιου εμπορίου και η άνοδοςτων τιμών των ναύλων) όσο και από τις νέες παραγγελίες που έγιναν κατά το 2006. Πρέπει να σημειωθεί ότι το απόθεμα νέων παραγγελιών πλοίων από τους έλληνες πλοιοκτήτες το 2006 υπερβαίνει κατά 60%, σε όρους χωρητικότητας, το μακροχρόνιο ετήσιο μέσο όρο και η αξία τους υπερβαίνει τα 25 δις ευρώ.

Η ισχυρή επενδυτική δραστηριότητα στον ναυτιλιακό τομέα αναμένεται να συνεχιστεί και κατά το μεγαλύτερο τμήμα του 2007 αντανακλώντας τις θετικές προοπτικές του κλάδου, τόσο στην αγορά υγρού όσο και ξηρού φορτίου, τα υψηλά κέρδη των προηγουμένων ετών καθώς και την ανάγκη περαιτέρω ανανέωσης του ελληνόκτητου στόλου κυρίως λόγω της προβλεπόμενης απόσυρσης παλαιότερων πλοίων (πετρελαιοφόρων) μετά το 2010.

Οι επενδύσεις σε πλοία αναμένεται να επιβραδυνθούν σημαντικάμετά το 2008 καθώς οι πρόσφατες παραγγελίες, σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες για το 2007, αναμένεται να εξισορροπήσουν την συνολική διαθέσι