Ειδικότερα, η χρηματοπιστωτική κρίση έκοψε την όρεξη των επενδυτών για ρίσκα, που προτίμησαν να στραφούν στα hedge funds, τα αμοιβαία κεφάλαια, τα συνταξιοδοτικά ταμεία, τις ασφαλιστικές εταιρίες και άλλους μη τραπεζικούς οργανισμούς, όπου οι συναλλαγές αυξήθηκαν στα 1,9 τρισ. δολάρια, από 1,3 τρις το 2007.
Σημαντική αύξηση κατά 47% στα 1,5 δισ. δολάρια σημειώθηκε στην τρέχουσα (spot) αγορά συναλλάγματος.
Όσον αφορά τα νομίσματα, αυξήθηκε σε σχέση με το 2007 η συμμετοχή του ευρώ και του ιαπωνικού γιεν, ενώ μειώθηκε του δολαρίου. Το μερίδιό τους αύξησαν επίσης το δολάριο Αυστραλίας και το δολάριο Καναδά, ενώ μειώθηκε του ελβετικού φράγκου και της βρετανικής λίρας.
Από τα νομίσματα των αναδυόμενων χωρών, τη μεγαλύτερη αύξηση μεριδίου σημείωσαν η τουρκική λίρα και το κορεατικό γουόν. Το 65% των συναλλαγών στις αγορές συναλλάγματος είναι διασυνοριακές έναντι 35% που είναι εγχώριες, γεγονός που αντανακλά την αυξανόμενη διεθνοποίηση της κίνησης κεφαλαίων.
Το μεγαλύτερο κέντρο συναλλάγματος είναι το Λονδίνο, όπου οι τράπεζες πραγματοποιούν το 36,7% του παγκόσμιου τζίρου, ακολουθούμενο από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (17,9%), την Ιαπωνία (6,2%) και την Ελβετία, τη Σιγκαπούρη και το Χονγκ Κονγκ (5%).
Σημειώνεται πως η έρευνα διενεργείται κάθε τρία χρόνια.