Όπως τονίζει: «Η απάντηση, ωστόσο, είναι απλή» και «προκύπτει από τη μείωση των τόκων και του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους. Η συγκεκριμένη στρατηγική διαχείρισης του χρέους ενισχύει τη βιωσιμότητά του και συμβάλλει καθοριστικά στην αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της χώρας. Έτσι, μειώνεται το κόστος δανεισμού για το Δημόσιο, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, περιορίζεται ο μακροοικονομικός κίνδυνος και ενισχύεται η αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας σε σταθερή βάση.»
«Εκτός από τον παραπάνω γενικό κανόνα, κανένας από τους ισχυρισμούς του κ. Κασσελάκη δεν βρίσκει έρεισμα στην οικονομική πραγματικότητα», αναφέρει ακόμη ο κ. Τσάπαλας και πιο συγκεκριμένα εξηγεί:
«1. Συναλλαγματικός κίνδυνος (USD): Η κατάθεση διαθεσίμων του Ελληνικού Δημοσίου σε δολάρια ΗΠΑ ενέχει ουσιώδη συναλλαγματικό κίνδυνο. Είναι μεγάλο ρίσκο για χώρα της Ευρωζώνης, της οποίας τα έσοδα, οι δαπάνες και το χρέος είναι σε ευρώ. Τα τελευταία δύο χρόνια το δολάριο έχει χάσει περίπου 15% της αξίας του έναντι του ευρώ, κάτι που θα μεταφραζόταν ευθέως σε απώλεια για τα δημόσια διαθέσιμα.
2. Ανύπαρκτο επιτόκιο 2,5%: Το επιτόκιο που αποδίδει η Τράπεζα της Ελλάδος δεν είναι 2,5%. Η απόδοση διαμορφώνεται στο ΕSTΕR μείον 20 μονάδες βάσης, δηλαδή σήμερα περίπου 1,7%. Το 2,5% που επικαλείται ο κ. Κασσελάκης απλώς δεν υφίσταται.
3. Η αμφίδρομη σχέση της ΤτΕ με το Ελληνικό Δημόσιο: Οι τόκοι που πληρώνει η Τράπεζα της Ελλάδος μειώνουν τα κέρδη της. Άρα μειώνεται και το μέρισμα που διανέμει. Επειδή το κράτος παίρνει σχεδόν όλο το μέρισμα, οι τόκοι ουσιαστικά αφαιρούνται από αυτό.
Γι’ αυτό, το καθαρό όφελος από ένα ενδεχομένως μεγάλο επιτόκιο της ΤτΕ είναι σχεδόν μηδενικό για το Δημόσιο.»
«Η οικονομική πολιτική δεν ενδείκνυται για performance art.», υπογραμμίζει ο κ. Τσάπαλος και προσθέτει καταληκτικά:
«Δεν είναι χώρος για εντυπώσεις, σλόγκαν ή πυροτεχνήματα. Απαιτεί βαθιά γνώση των οικονομικών μηχανισμών, κατανόηση των κινδύνων και, κυρίως, σοβαρότητα και θεσμική ευθύνη.»



