Παρά τις εντάσεις, οι οικονομικές προκλήσεις και η πίεση από αμερικανικούς δασμούς μπορεί να ωθήσουν την Ινδία και την Κίνα σε μια απρόθυμη συνεργασία.
Η πιθανή συνεργασία θα εξεταστεί στην Τιαντζίν, όπου ο πρωθυπουργός της Ινδίας, Ναρέντρα Μόντι, θα συναντηθεί με τον Κινέζο πρόεδρο, Σι Τζινπίνγκ, στο πλαίσιο της 25ης συνόδου κορυφής της Οργάνωσης Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO). Πρόκειται για την πρώτη επίσκεψη του Μόντι στην Κίνα μετά από επτά χρόνια, λόγω των θανατηφόρων συγκρούσεων στην κοιλάδα Γκαλβάν το 2020.
Καχυποψία και οικονομικά κίνητρα
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η σύνοδος δεν σηματοδοτεί απαραίτητα μακροχρόνια φιλία. «Η καχυποψία απέναντι στην Κίνα είναι βαθιά ριζωμένη στην Ινδία», λέει ο Αμίτ Μπαντάρι, ερευνητής στο think tank Gateway House. Παρόλα αυτά, οι δασμοί των ΗΠΑ και οι μεταβαλλόμενες αλυσίδες εφοδιασμού ωθούν τις δύο χώρες να προσεγγίσουν η μία την άλλη. Ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών, Γουάνγκ Γι, τόνισε ότι Ινδία και Κίνα πρέπει να θεωρούνται «συνεργάτες» και όχι «αντίπαλοι».
Η Ινδία παρουσιάζει πλεόνασμα στο εμπόριο αγαθών με τις ΗΠΑ, αλλά ταυτόχρονα αντιμετωπίζει έλλειμμα με την Κίνα, ενώ η στενή σχέση της Κίνας με το Πακιστάν αποτελεί άλλο ένα ευαίσθητο ζήτημα για το Νέο Δελχί.
Ένα ακόμη εμπόδιο είναι η στενή σχέση Κίνας – Πακιστάν. Σύμφωνα με το Stockholm International Peace Research Institute, η Κίνα παρέδωσε όπλα σε 44 κράτη την περίοδο 2020-24, με το 63% των εξαγωγών της να κατευθύνεται στο Πακιστάν. Μάλιστα, την ίδια περίοδο κάλυψε το 81% των εισαγωγών όπλων της χώρας αυτής, έναντι 74% την προηγούμενη πενταετία.
Στρατηγικές προτεραιότητες της Ινδίας
Η Ινδία επιχειρεί να προσελκύσει παγκόσμιες εταιρείες ως εναλλακτικό κέντρο παραγωγής απέναντι στην Κίνα. Ήδη ξεπέρασε το Πεκίνο ως κορυφαίος προμηθευτής smartphone στις ΗΠΑ το β’ τρίμηνο του 2024, ενώ το μερίδιο της Κίνας στις εξαγωγές smartphone προς τις ΗΠΑ έπεσε στο 25% από 61% έναν χρόνο πριν, σύμφωνα με την Canalys.
Ωστόσο, η χώρα δεν έχει αξιοποιήσει πλήρως την ευκαιρία «China Plus One», καθώς εμπόδια στο διμερές εμπόριο περιορίζουν το δυναμικό της. «Για τα συνήθη API (δραστικά φαρμακευτικά συστατικά), η Κίνα καλύπτει το 70% των αναγκών της Ινδίας, ενώ για τα βιοϊσοδύναμα API το ποσοστό φτάνει στο 90%», εξηγεί ο Ατζέι Σριβαστάβα, επικεφαλής της Global Trade Research Initiative. Η εξάρτηση επεκτείνεται, επίσης, σε ηλεκτρονικά, μηχανήματα και οργανικά χημικά.
Ηλεκτρικά οχήματα και σπάνιες γαίες
Η Ινδία στοχεύει ώστε το 30% των νέων πωλήσεων αυτοκινήτων το 2030 να αφορά ηλεκτρικά οχήματα, από 7,6% το 2024. Ωστόσο, η βιομηχανία της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την Κίνα για προμήθειες βασικών υλικών, όπως μαγνήτες σπάνιων γαιών, λίθιο και κοβάλτιο.
«Η κυβέρνησή μας έχει ωθήσει την αυτοκινητοβιομηχανία σε εξάρτηση από την Κίνα για βασικά εξαρτήματα, καθιστώντας την ευάλωτη», σημειώνει ο Μπαντάρι.
Ο Γουάνγκ Γι, κατά την επίσκεψή του στην Ινδία, διαβεβαίωσε ότι η Κίνα μπορεί να καλύψει ανάγκες σε σπάνιες γαίες, μηχανήματα διάνοιξης σηράγγων και λιπάσματα.
Η κινεζική διάσταση
Η Κίνα, επίσης, έχει λόγους να επιδιώξει στενότερους δεσμούς. Πολλές κινεζικές επιχειρήσεις έχουν αποκλειστεί από την ινδική αγορά, όπως η Shein και το TikTok, αλλά η πρόσβαση σε μια τεράστια καταναλωτική βάση θα αποτελούσε σημαντική ώθηση, ειδικά σε περίοδο επιβράδυνσης της εγχώριας κατανάλωσης.
Η αγορά ηλεκτρικών οχημάτων της Ινδίας, για παράδειγμα, προσελκύει κινεζικές εταιρείες. «Η BYD θα ήθελε να ανοίξει εργοστάσιο στην Ινδία, τώρα που η VinFast του Βιετνάμ έχει ήδη λάβει άδεια. Με την υπερπαραγωγή και τη μείωση της ζήτησης από τις ΗΠΑ, οι κινεζικές βιομηχανίες χρειάζονται νέες αγορές», υπογράμμισε η οικονομολόγος Πριγιάνκα Κισόρ.
Σημάδια προσέγγισης
Σε μια ακόμη ένδειξη βελτίωσης του κλίματος, μετά την επίσκεψη του Γουάνγκ ανακοινώθηκε η επανέναρξη των απευθείας πτήσεων από Ινδία προς ηπειρωτική Κίνα, που είχαν διακοπεί από το 2020, καθώς και η επαναλειτουργία του συνοριακού εμπορίου σε τρία καθορισμένα σημεία.
Μεγάλες ινδικές επιχειρήσεις όπως η Reliance Industries και η Adani Group διερευνούν συνεργασίες με κινεζικές εταιρείες, σύμφωνα με το CNBC.
Παρά τα θετικά σημάδια, οι βαθιές καχυποψίες, οι εμπορικές ανισορροπίες και οι συνοριακές διαφορές δυσκολεύουν την προοπτική στενής συνεργασίας. Η σύνοδος του SCO θα δείξει αν οι δύο χώρες μπορούν να βρουν ένα μίνιμουμ συντονισμού και αν αυτό θα έχει διάρκεια.






