Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αποστασιοποιηθεί από τις ευρωπαϊκές υποθέσεις και οι ρωσικές επεκτατικές βλέψεις αναγκάζουν τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι μόνο- να προβούν στην ανάληψη περισσότερων πρωτοβουλιών στον τομέα της Άμυνας. Μεταξύ άλλων προβλέπονται η ενίσχυση των επενδύσεων στον κλάδο και η παροχή δημοσιονομικής ευελιξίας στα κράτη-μέλη, ώστε να αυξήσουν μαζικά τις αμυντικές τους δαπάνες. Ωστόσο, παρά τη γενικότερη αλλαγή στάσης, υπάρχουν προβληματισμοί ως προς το κατά πόσο οι πρωτοβουλίες αυτές θα αποδειχθούν αρκετές, ώστε να ενισχύσουν ουσιαστικά την αποτρεπτική ικανότητα της Ευρώπης, αλλά και για το πόσο θα κοστίσουν και θα επηρεάσουν τις εθνικές οικονομίες. Ειδικά δε για την Ελλάδα υπάρχει και η τουρκική εμπλοκή που προκαλεί πονοκεφάλους.
ΔΟΜΗ ΤΩΝ ΕΠΑΝΕΞΟΠΛΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ
Αναλυτικότερα, το πρόγραμμα ReArm Europe (επίσημα Readiness 2030), που παρουσίασε προ μηνών η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν, προβλέπει τα εξής:
Στα κράτη-μέλη δίνεται η δυνατότητα να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες κατά 1,5% του ΑΕΠ τους. Για αυτόν τον σκοπό, τα κράτη-μέλη μπορούν να ενεργοποιήσουν την ρήτρα εξαίρεσης από το Σύμφωνο Σταθερότητας. Με αυτόν τον τρόπο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στοχεύει να αντλήσει 650 δισ. ευρώ για αύξηση αμυντικών δαπανών.
Επιπλέον, στις 27 Μαΐου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε το πρόγραμμα SAFE, αξίας 150 δισ. ευρώ. Τα κονδύλια αυτά θα δοθούν με ευνοϊκούς δανειακούς όρους στα κράτη-μέλη ώστε να επενδυθούν σε αμυντικά έργα κοινού ευρωπαϊκού συμφέροντος. Όπως προκύπτει λοιπόν, μόλις 150 δισ. ευρώ παρέχονται απευθείας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Τα υπόλοιπα 650 δισ. ευρώ θα πρέπει τα κράτη-μέλη να τα βρουν με δικές τους πρωτοβουλίες. Η συγκεκριμένη λεπτομέρεια αξίζει να αναδειχθεί, καθώς φανερώνει τις αδύναμες πτυχές του προγράμματος.
Πιο συγκεκριμένα:
- Υπάρχει αρκετά μεγάλη ασάφεια ως προς το πού θα κατευθυνθούν τα κονδύλια, καθώς και με ποια κριτήρια.
- Λείπει ένας κοινός συντονισμός ως προς τους τομείς στους οποίους θα εστιάσει το κάθε κράτος-μέλος. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που δεν υπάρξει συνεννόηση μεταξύ των κρατών, ενδέχεται οι επενδύσεις που θα γίνουν να αποδειχθούν άστοχες.
- Ορισμένα κράτη, κυρίως τα βόρεια, θα είναι σε θέση να δανειστούν υπό σαφώς ευνοϊκότερους όρους από κράτη με διογκωμένο δημόσιο χρέος, όπως π.χ. η Ιταλία, καθώς δεν προβλέπεται κάποιο κοινό επιτόκιο. Συνεπώς, υπάρχει εκ νέου κίνδυνος αύξησης του οικονομικού χάσματος μεταξύ των κρατών της ΕΕ.
- Επιπλέον, λείπει ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός. Το πρόγραμμα ReArm είναι σχεδιασμένο με ορίζοντα το 2030, ωστόσο η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα απαιτεί πιο μακροπρόθεσμο πλάνο. • Επίσης υπάρχουν βάσιμες ανησυχίες ότι το ReaArm θα υλοποιηθεί εις βάρος κοινωνικών δαπανών, με αποτέλεσμα την ενίσχυση αντισυστημικών δυνάμεων και την αποδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής.
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΟΜΟΛΟΓΟ
Το περιβόητο Ευρωομόλογο έχει ακουστεί πολλάκις στον δημόσιο διάλογο, ιδιαίτερα την εποχή της κρίσης της Ευρωζώνης και επανέρχεται τώρα ως «εργαλείο» για τον επανεξοπλισμό της ΕΕ. Οι υποστηρικτές αυτού του εγχειρήματος φαντάζονται τη λειτουργία του ως εξής: Η Eυρωπαϊκή Επιτροπή αντλεί χρήματα για λογαριασμό του συνόλου των κρατών-μελών με δανεισμό από τις αγορές, εκδίδοντας δηλαδή κοινά ευρωπαϊκά ομόλογα. Έπειτα, τα χρήματα αυτά επενδύονται για τον εκάστοτε σκοπό, είτε απευθείας από την ΕΕ, είτε μέσω δανείων που επιστρέφονται από το κάθε μέλος ξεχωριστά στην Επιτροπή, είτε μέσω χορηγήσεων που αποπληρώνονται από τα 27 μέλη από κοινού. Οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού προκρίνουν την μακροπρόθεσμη εισαγωγή αυτής της πρακτικής, καθώς και την από κοινού αποπληρωμή του χρέους.
Ως έναν βαθμό η πρακτική του Ευρωομολόγου εφαρμόζεται με το πρόγραμμα SAFE, μόνο που εκείνο έχει- με τα σημερινά δεδομένα- βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα. Την ίδια στιγμή, τα κράτη καλούνται να αποπληρώσουν τα δάνεια κατά τα επόμενα 45 έτη. Να σημειωθεί επίσης ότι οι υποστηρικτές του Ευρωομολόγου δεν επιθυμούν περιορισμό της χρήσης του στον τομέα της άμυνας. Υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη χρειάζεται μαζικές επενδύσεις σε όλα τα πεδία, όπως εκείνα της πράσινης μετάβασης, της τεχνητής νοημοσύνης ή του κοινωνικού κράτους. Υπέρ της έκδοσης κοινού ευρωπαϊκού χρέους- τουλάχιστον εν μέρει- με σκοπό την υλοποίηση κοινών πρωτοβουλιών, είχε εκφραστεί και ο Μάριο Ντράγκι στην έκθεσή του για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα.
ΤΑ ΥΠΕΡ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΧΡΕΟΥΣ
Οι υπέρμαχοι του Ευρωομολόγου εκτιμούν ότι η χρήση του θα αμβλύνει μακροπρόθεσμα τις ανισότητες εντός της ΕΕ, καθώς ιδιαίτερα τα πιο αδύναμα οικονομικά κράτη θα βρεθούν σε θέση να δανείζονται υπό ευνοϊκότερες προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα τη συνολική βελτίωση της λειτουργικότητας του μπλοκ. Εκτιμάται επίσης ότι ακόμη και οι ισχυρές οικονομίες θα επωφεληθούν αν το κράτη-μέλη διαπραγματευτούν από κοινού τον δανεισμό τους.
Από την άλλη, όσοι δηλώνουν σκεπτικοί στην έκδοση κοινού χρέους, αναφέρουν ότι θα πρέπει να λυθούν πρώτα αρκετά διαχειριστικά ζητήματα τεχνικής φύσεως. Παραπέμπουν επίσης σε προβλήματα απορρόφησης και κακοδιαχείρισης που παρατηρήθηκαν στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Θα πρέπει ωστόσο να διευκρινιστεί ότι στην περίπτωση του ΤΑΑ, η Επιτροπή κάλυπτε μεν τον δανεισμό, όμως οι επενδύσεις εστίαζαν κυρίως στο όφελος των μεμονωμένων κρατών και δεν είχαν απαραίτητα ευρωπαϊκό προσανατολισμό.
Ο ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΕΣΗ
Όσον αφορά την ελληνική θέση, η Αθήνα έσπευσε να χαιρετίσει τις εξαγγελίες για τη χαλάρωση του Συμφώνου Σταθερότητας για τις αμυντικές δαπάνες και είναι ήδη ένα από τα κράτη που έχει ενεργοποιήσει τη ρήτρα διαφυγής.
Ωστόσο η ελληνική πλευρά εκφράζει ανησυχίες και επιφυλάξεις για την συμμετοχή της Τουρκίας στα ευρωπαϊκά εξοπλιστικά προγράμματα. Οι Ευρωπαίοι φαίνεται στην πλειοψηφία τους να αναγνωρίζουν τον αναβαθμισμένο γεωπολιτικό ρόλο της Τουρκίας και κάνουν το παν για να την διατηρήσουν στο «δυτικό» στρατόπεδο και να την εντάξουν περαιτέρω στο ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφαλείας, παρά τα ανοιχτά ζητήματα που υπάρχουν στο Αιγαίο και στο Κυπριακό. Η Τουρκία κατέχει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ, οπότε θεωρούν ότι δεν πρόκειται για «αναλώσιμο» σύμμαχο, ειδικά από τη στιγμή που η αμερικανική στήριξη δεν θεωρείται πλέον δεδομένη. Αυτή η οπτική επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι πρόσφατες πολιτικές διώξεις και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία δεν έφεραν πρακτικά κανένα διπλωματικό κόστος στον Ταγίπ Ερντογάν.
Αντίθετα, η Τουρκία ως τρίτο κράτος συμπεριλαμβάνεται στο σχέδιο SAFE της ΕΕ για επενδύσεις στην αμυντική βιομηχανία. Το σχέδιο προβλέπει ότι η Τουρκία και άλλα τρίτα κράτη όπως π.χ. το Ηνωμένο Βασίλειο μπορούν να συμμετάσχουν υπό προϋποθέσεις κανονικά, απλώς δεν μπορούν να ξεπεράσουν στην απορρόφηση κονδυλίων το 35%.
Η ελληνική πλευρά φαίνεται να έχει αντιληφθεί αυτήν την πραγματικότητα. Ως εκ τούτου, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κινείται στη σφαίρα συνέχισης του διαλόγου με την Άγκυρα, με στόχο τη διατήρηση των «ήρεμων νερών». Η άρση του τουρκικού casus belli που πρότεινε εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο στρατηγικής, ωστόσο οι ελπίδες για θετική τουρκική ανταπόκριση παραμένουν μηδαμινές. Όσον αφορά το Ευρωομόλογο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει εκφράσει στο παρελθόν την ανάγκη εύρεσης νέων χρηματοδοτικών εργαλείων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προτείνοντας την έκδοση κοινού Ευρωπαϊκού χρέους, με το βλέμμα στραμμένο στα εξοπλιστικά προγράμματα.
Η ΝΕΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΟΙΧΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ
Η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα, όπως εκείνη έχει διαμορφωθεί από τη στάση του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και την άρνηση της Ρωσίας του Βλαντιμίρ Πούτιν να αναζητήσει τη διπλωματική οδό για την επίλυση των διαφορών της με τη Δύση, ενδέχεται να ανατρέψει την αντίληψη για την έκδοση κοινού ευρωπαϊκού χρέους μέσω ενός μόνιμου μηχανισμού.
Εξάλλου η Ευρώπη έχει αποδείξει πώς είναι σε θέση να προχωρήσει σε τομές, που στο παρελθόν ενδεχομένως να είχαν απορριφθεί. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι το Ταμείο Ανάκαμψης, παρά την όποια κριτική ασκείται για τη δομή του.
Ακόμη και η Γερμανία, που στεκόταν κατά κανόνα αρνητικά σε τέτοιου είδους εγχειρήματα και δεν παρουσίαζε ιδιαίτερη προσαρμοστικότητα και ευελιξία όσον αφορά τη δημοσιονομική πολιτική, προχώρησε η ίδια προσφάτως στη χαλάρωση του «φρένου» χρέους, δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι αντιλαμβάνεται την κρισιμότητα της κατάστασης.
Ενδιαφέρον έχει επίσης μία λεπτομέρεια στο κυβερνητικό πρόγραμμα της νέας γερμανικής κυβέρνησης υπό την ηγεσία του Φρίντριχ Μερτς. Δεν υπάρχει μεν κάποια συγκεκριμένη αναφορά στην έκδοση κοινού ευρωπαϊκού χρέους, αλλά από την άλλη, δεν υπάρχει ούτε σαφής απόρριψη αυτής της προοπτικής.
Ως εκ τούτου, παρατηρητές δεν αποκλείουν μία γερμανική στροφή, η οποία θα μπορούσε να συμπαρασύρει τα πιο σκεπτικά κράτη-μέλη, ιδιαίτερα εκείνα που θεωρούν τη Ρωσία υπαρξιακή απειλή.
Συνοψίζοντας, οι αδυναμίες του ReArm και η γεωπολιτική πραγματικότητα ενδέχεται τελικά να αναγκάσουν τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να στραφούν σε πιο τολμηρές λύσεις, όπως εκείνη του Ευρωομολόγου και της μακροπρόθεσμης κοινής έκδοσης χρέους.
Κυρίως, όμως, απαιτούνται στοχευμένες επενδύσεις και κοινός συντονισμός μεταξύ των κρατών-μελών, ώστε να μην πάνε στράφι οι όποιες προσπάθειες. «Κομβικός» για το μέλλον της Ευρώπης είναι επίσης ο συνδυασμός του επανεξοπλισμού με άλλες ζωτικές επενδύσεις για το μέλλον των πολιτών της.
Ο στόχος των Τραμπ-Πούτιν να υπονομεύσουν την ευρωπαϊκή ενότητα ίσως οδηγήσει την ήπειρο, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στην συσπείρωσή της και στην ενίσχυση του οράματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Reporter Magazine Ιουλίου 2025
Δείτε ολόκληρο το τεύχος εδώ





