Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με τη Le Monde η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε από τη NCD Risk Factor Collaboration - ένα διεθνές δίκτυο που ειδικεύεται στα μη μεταδοτικά νοσήματα -, ανέλυσε δεδομένα από 200 χώρες μεταξύ 1980 και 2024. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι στις περισσότερες πλούσιες χώρες - συμπεριλαμβανομένων περιοχών της Ευρώπης όπως η Γαλλία, καθώς και των Ηνωμένων Πολιτειών και ορισμένων χωρών της Μέσης Ανατολής - η αύξηση της παχυσαρκίας έχει σταθεροποιηθεί ή ακόμη και μειωθεί. Ωστόσο, συνεχίζει να αυξάνεται ραγδαία σε χώρες με χαμηλότερα εισοδήματα.
Με βάση αυτά τα ευρήματα, τα οποία προέρχονται από τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα μελέτη σχετικά με τις τάσεις της παχυσαρκίας και στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 1.900 ερευνητές, ο χαρακτηρισμός «παγκόσμια επιδημία» φαίνεται υπερβολικά απλουστευτικός.
«Υπάρχει ποικιλία στις εξελίξεις», δήλωσε ο Ματζίντ Εζάτι, ο οποίος επέβλεψε την έρευνα. «Αν υπάρχει ένα θετικό μήνυμα, είναι ότι η αύξηση της παχυσαρκίας δεν είναι αναπόφευκτη. Τα κακά νέα είναι ότι ούτε και η σταθεροποίηση είναι αναπόφευκτη», καθώς απαιτεί ισχυρά προληπτικά μέτρα.
Σύμφωνα με τη Τζένιφερ Μπέικερ, πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Μελέτη της Παχυσαρκίας και συντελέστρια της μελέτης, «είναι πραγματικά ενθαρρυντικό ότι πολλές χώρες σταθεροποιούνται ή επιβραδύνουν την αύξηση. Από την άλλη πλευρά, ακόμη και σε ορισμένες από αυτές τις χώρες, όπως οι ΗΠΑ, τα επίπεδα παραμένουν υπερβολικά υψηλά. Δεν πρέπει να εφησυχάζουμε όταν βλέπουμε τέτοιες αυξήσεις, ιδιαίτερα στα παιδιά και τους εφήβους».
Πέμπτη κυριότερη αιτία θανάτου παγκοσμίως
Τα ποσοστά παχυσαρκίας εξακολουθούν να προκαλούν βαθιά ανησυχία.
Ειδικότερα, περισσότερο από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι επηρεάζονται σήμερα - δηλαδή ένας στους οκτώ - σύμφωνα με μια μελέτη-ορόσημο του 2024 στο The Lancet, η οποία πραγματοποιήθηκε επίσης από το δίκτυο NCD Risk Factor Collaboration.
Ενδεικτικά, το 2022 υπήρχαν 879 εκατομμύρια παχύσαρκοι ενήλικες και 159 εκατομμύρια παχύσαρκα παιδιά και έφηβοι, σε σύγκριση με 195 εκατομμύρια και 31 εκατομμύρια αντίστοιχα το 1990.
Η πάθηση, η οποία συνδέεται με πολλές συνοδά νοσήματα - μεταξύ άλλων διαβήτη τύπου 2, καρδιοπάθειες, υψηλή αρτηριακή πίεση και ορισμένους τύπους καρκίνου - μαζί με το υπερβολικό βάρος, αποτελεί την πέμπτη κυριότερη αιτία θανάτου παγκοσμίως.
Για αυτή τη νέα μελέτη στο Nature, ο βασικός δείκτης ήταν ο ρυθμός μεταβολής της παχυσαρκίας, υπολογισμένος ως η απόλυτη ετήσια μεταβολή στη συχνότητα εμφάνισης της πάθησης. Οι ερευνητές αξιοποίησαν περισσότερες από 4.000 τοπικές ή εθνικές μελέτες που περιλάμβαναν μετρήσεις βάρους και ύψους περίπου 230 εκατομμυρίων ατόμων, ηλικίας από 5 ετών έως την ενηλικίωση (70 εκατομμύρια ηλικίας 5 έως 19 ετών και 162 εκατομμύρια άνω των 20 ετών).
Επισημαίνεται ότι εδώ, η παχυσαρκία ορίζεται ως δείκτης μάζας σώματος πάνω από 30 για τους ενήλικες - ένας ορισμός που, αν και μερικές φορές αμφισβητείται από τους γιατρούς, είναι ο πιο συχνά χρησιμοποιούμενος στις διεθνείς μελέτες.
Μεταξύ των βασικών ευρημάτων της μελέτης, οι συγγραφείς εντόπισαν ότι οι βελτιώσεις στις τάσεις εμφανίστηκαν πρώτα στα παιδιά και τους εφήβους και περίπου μία δεκαετία αργότερα στους ενήλικες.
Στις περισσότερες πλούσιες χώρες, η αύξηση της παιδικής παχυσαρκίας άρχισε να επιβραδύνεται γύρω στις αρχές της δεκαετίας του 2000, με τη Δανία να είναι η πρώτη που κατέγραψε μια τέτοια μεταβολή ήδη από το 1990.
Η σημασία των διατροφικών ανισοτήτων
Τα επίπεδα στα οποία φαίνεται να σταθεροποιείται η παχυσαρκία διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα.
Αναλυτικά, στη Δυτική Ευρώπη ή στην Ιαπωνία, η συχνότητα εμφάνισης μεταξύ παιδιών σχολικής ηλικίας είναι κάτω από 10%, ενώ στις ΗΠΑ ξεπερνά το 20%.
Αν και απαιτείται περαιτέρω ανάλυση για την κατανόηση αυτών των προτύπων, μία υπόθεση, σύμφωνα με τους συγγραφείς, είναι η άνιση πρόσβαση σε υγιεινά τρόφιμα σε χώρες, όπως οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και η ευρεία διαθεσιμότητα υπερεπεξεργασμένων τροφίμων πλούσιων σε λιπαρά και ζάχαρη.
Σε αντίθεση με τα θετικά σημάδια που εμφανίζονται σε ορισμένες περιοχές, η παχυσαρκία συνεχίζει να αυξάνεται έντονα σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος στην Αφρική, την Ασία, τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική.
«Πρέπει να αξιοποιήσουμε τα διδάγματα από τις χώρες όπου η κατάσταση έχει σταθεροποιηθεί και να δούμε αν μπορούμε να εφαρμόσουμε ορισμένα προγράμματα, όπως φόρους στη ζάχαρη ή επισήμανση στο μπροστινό μέρος των συσκευασιών», υποστήριξε ο Γκούχα Πραντιπά, επιστημονικός διευθυντής του Ιδρύματος Έρευνας για τον Διαβήτη της Μαντράς στο Τσενάι της Ινδίας και συν-συγγραφέας της μελέτης.
Η δημοσίευση της NCD Risk Factor Collaboration καλεί σε επανεξέταση των μακροπρόθεσμων τάσεων της παχυσαρκίας. Σύμφωνα με τον Μπόιντ Σουίνμπερν, καθηγητή στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου του Όκλαντ στη Νέα Ζηλανδία τα αποτελέσματα αυτά υποδηλώνουν μια μετάβαση πολλών φάσεων. Στην πρώτη φάση της επιδημίας, όπως περιέγραψε σε σχόλιο που δημοσιεύθηκε επίσης στο Nature, οι πληθυσμοί που επηρεάζονται αρχικά είναι γυναίκες με υψηλά εισοδήματα που ζουν σε αστικές περιοχές.
«Καθώς μια χώρα γίνεται πλουσιότερη, φτάνει στο δεύτερο στάδιο: Η συχνότητα της παχυσαρκίας αυξάνεται περαιτέρω, τα ποσοστά αρχίζουν να αυξάνονται στους άνδρες και στα παιδιά, αλλά η παχυσαρκία παραμένει συχνότερη μεταξύ των ατόμων με υψηλότερη κοινωνικοοικονομική θέση. Στο τρίτο στάδιο, η κοινωνικοοικονομική κλίση αντιστρέφεται και η παχυσαρκία γίνεται συχνότερη στις ομάδες χαμηλότερου εισοδήματος, ιδιαίτερα στις γυναίκες. Σε ένα υποθετικό τέταρτο στάδιο, η συχνότητα της παχυσαρκίας στα παιδιά και στις γυναίκες υψηλού εισοδήματος θα άρχιζε να ακολουθεί πτωτική πορεία».
Μόνο στην τέταρτη φάση θα άρχιζε να μειώνεται η συνολική συχνότητα εμφάνισης. Μια τέτοια τάση αφήνει άλυτο το ζήτημα των διατροφικών ανισοτήτων.
Κλείνοντας, όπως υπογραμμίζεται ακόμη και σε χώρες όπου οι εθνικές τάσεις βελτιώνονται, η παχυσαρκία παραμένει μία από τις πιο άνισα κατανεμημένες ασθένειες.






