Ευτυχώς, η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη δανείου από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και δεν είναι υποχρεωμένη να εφαρμόσει πλήρως τις συνταγές του για να το πάρει. Ετσι, τα συμπεράσματα του κλιμακίου που ήλθε στην Αθήνα για να διαπιστώσει τις αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και να υποδείξει τους τρόπους θεραπείας, έχουν την έννοια συμβουλών, που αν θέλει η κυβέρνηση τα εφαρμόζει.
΄Αλλωστε γι αυτό έχουμε τους πολιτικούς που λαμβάνουν υπ όψιν τους διάφορους παράγοντες και δεν αποφασίζουν οι οικονομολόγοι και οι τεχνοκράτες. Αν αποφάσιζαν αποκλειστικά οι τελευταίοι, ερήμην των πολιτικών, θα φθάναμε συχνά στο σημείο να λέμε ότι «η εγχείριση επέτυχε, αλλά ο ασθενής απέθανε». Τούτων λεχθέντων, πρέπει να επισημάνουμε ακόμη ότι αύτη η ακραία νεοφιλελεύθερη ρετσέτα που προωθεί η επιβάλει το ΔΝΤ δεν έχει και πολλές περγαμηνές επιτυχίας. Κατ΄ αρχήν τα κριτήρια με τα οποία το ΔΝΤ δανειοδοτεί χώρες που βρίσκονται στο χείλος του γκρεμού, είναι κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, πολιτικά. Δάνεια από το ΔΝΤ έχουν πάρει χώρες όπως η Τουρκία, το Πακιστάν, η Αργεντινή, το Μεξικό και άλλες, ύστερα από πιέσεις των ΗΠΑ, της Γερμανίας, της Βρετανίας και άλλων κολοσσών του πλανήτη. Υποτίθεται ότι οι χώρες που πήραν τα δάνεια δεσμεύτηκαν να ακολουθήσουν το πρόγραμμα του ΔΝΤ, εισέπραξαν την πρώτη ή και τη δεύτερη δόση και έγραψαν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους τις επιταγές. Στη συνέχεια, το ΔΝΤ διέκοψε τη δανειοδότηση για κάποιο διάστημα, αλλά κατόπιν νέων πιέσεων την ξανάρχισε στη βάση νέου προγράμματος και αυτό επαναλήφθηκε 3-4 φορές. Το αποτέλεσμα ήταν να παίρνουν οι «εκλεκτές» χώρες τα δάνεια, χωρίς όμως να εφαρμόζουν και το εξοντωτικό για τις κοινωνίες πρόγραμμα που τα συνόδευε. Αλλά και εκεί που εφαρμόστηκε κάπως το πρόγραμμα της απόλυτης λιτότητας και της κοινωνικής αναλγησίας, κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει με βεβαιότητα ότι η όποια εξυγίανση οφείλεται σ΄ αυτό ή σε άλλους παράγοντες. Ωστόσο, από τα όσα περιλαμβάνει το κλιμάκιο του ΔΝΤ στα συμπεράσματά του, υπάρχουν κάποια σημεία που αξίζουν να επισημανθούν. Το έλλειμμα ξεπέρασε το 6%, αλλά δεν είναι ακόμη γνωστό πόσο ακριβώς είναι και προφανώς αυτό θα το κρίνει η Γιούροστατ. Είναι αναγκαία λοιπόν η δημοσιονομική προσαρμογή για αρκετά χρόνια και η τιτλοποίηση ληξιπρόθεσμων οφειλών που έχει προγραμματισθεί για το 2005 και 2006 είναι προσωρινό μέτρο που δεν λύει το πρόβλημα στον προϋπολογισμό. Αντί αυτού πρέπει να υπάρξει σχέδιο εξορθολογισμού των πρωτογενών δαπανών, ώστε να υπάρξουν κονδύλια για τις απαραίτητες επενδύσεις και μειώσεις φόρων. Κυρίως όμως πρέπει να καθορισθούν προτεραιότητες πολιτικής. Πρέπει να γίνουν τομές στη φορολογική διοίκηση, με επίκεντρο «την ανάπτυξη ενός σύγχρονου συστήματος αυτοαξιολόγησης που να υποστηρίζεται από μηχανισμούς εφαρμογής βασισμένους στον υπολογισμό του κινδύνου». Παράλληλα πρέπει να εφαρμοσθεί η διμηνιαία υποβολή εντύπων επιστροφής ΦΠΑ, να βελτιωθούν οι διαδικασίες ελέγχου, να ληφθούν αυστηρότερα μέτρα είσπραξης των ληξιπρόθεσμων χρεών προς το δημόσιο , να εγκαταλειφθεί η πρακτική της φορολογικής αμνηστίας. Το Ασφαλιστικό αντέχει όπως είναι σήμερα ως το 2010 και πρέπει να μεταρρυθμιστεί. Το κόστος της δημογραφικής γήρανσης θα αρχίσει να αυξάνεται από το 2010 και μετά. Μία συνολική κοινωνική συζήτηση πρέπει να αρχίσει αμέσως και είναι αναγκαίο να επικαιροποιηθούν και να παρακολουθούνται στενά οι εκτιμήσεις του δημοσιονομικού κόστους της γήρανσης του πληθυσμού. Σήμερα, ο υπουργός απασχόλησης κ. Παναγιωτόπουλος «σφύριξε» την έναρξη της σχετικής συζήτησης. Παρατηρείται ταχεία πιστωτική επέκταση (δανειοληψία) και οι τράπεζες έχουν εκτεθεί σε «άγνωστους κινδύνους», καθώς ούτε αυτές, ούτε οι πελάτες τους «έχουν εμπειρία στη διαχείριση των επιπτώσεων από μία απότομη αύξηση των επιτοκίων, ή λόγω μιας οικονομικής επιβράδυνσης». Υπάρχει ήδη πίεση και έχει αρχίσει να αυξάνεται η καθυστέρηση στην αποπληρωμή των δανείων. Το ίδιο επεσήμανε χθες με έμφαση στους τραπεζίτες ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας κ. Γκαργκάνας. Τέλος, «αναφορικά με τον καθορισμό των μισθών, οι κοινωνικοί εταίροι θα πρέπει να έχουν κατά νουν την σταθερή υποχώρηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας, καθώς οι τιμές και το κόστος εργασίας ξεπέρασαν τα αντίστοιχα μεγέθη της υπόλοιπης ευρωζώνης. Η ανακοπή της υποχώρησης αυτής θα απαιτήσει μισθολογικές αυξήσεις που δεν θα ξεπερνούν το άθροισμα της βελτίωσης της παραγωγικότητας στην Ελλάδα και του πληθωρισμού στην ευρωζώνη». Η συγκεκριμένη παρατήρηση θα πρέπει να λαμβά