Αυξήσεις δαπανών και ουσιαστικά αναβάθμιση της αποτρεπτικής ικανότητας
Αναλυτικότερα, οι Υπουργοί Άμυνας συμφώνησαν να αναβαθμίσουν την αποτρεπτική ικανότητα και τη λειτουργικότητα του Οργανισμού. Κατά βάση, οι αρμόδιοι Υπουργοί και ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε έχουν εγκρίνει την αύξηση των αμυντικών δαπανών από το 2% στο 5% του ΑΕΠ των κρατών-μελών σε ετήσια βάση. 3,5% θα κατευθύνονται σε στρατιωτικές δαπάνες και 1,5% στις υποδομές που μπορούν να υποστηρίξουν την άμυνα.
Υπάρχουν ακόμη ανοιχτά ερωτήματα τα οποία θα πρέπει να διευκρινιστούν, για παράδειγμα ως προς το ποια εξοπλιστικά προγράμματα θα συνυπολογιστούν στο 3,5% και ποια project θα υπάγονται στο 1,5%. Τα νούμερα αυτά δεν είναι ακόμη οριστικά, ωστόσο για τον Αμερικανό Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί μία βάση συζήτησης στην οποία θα μπορέσουν να ρυθμιστούν οι όποιες λεπτομέρειες.
Επιπλέον δεν υπάρχει σαφήνεια ως προ το χρονοδιάγραμμα. Σύμφωνα με πληροφορίες που μεταδίδουν διεθνή μέσα, φαίνεται ο κεντρικός στόχος να είναι το 2032, ωστόσο υπάρχουν διαφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών. Ορισμένες χώρες επιδιώκουν μία επιμήκυνση του προγράμματος έως το 2035, ενώ τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης πιέζουν για επίσπευσή του.
Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ απαίτησε, πέρα από τις αυξήσεις δαπανών, ουσιαστική αναβάθμιση των ικανοτήτων των στρατευμάτων στην Ευρώπη. Για να πραγματοποιηθεί αυτή, εκτιμάται ότι θα χρειαστεί αύξηση των στρατιωτών. Οπότε σε αρκετά κράτη δεν αποκλείεται να επανέλθει στον δημόσιο διάλογο το ζήτημα της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας.
Τι θα κάνει ο Τραμπ;
Για αρκετά μεγάλο διάστημα η παρουσία του Τραμπ στη Χάγη για τη σύνοδο δεν θεωρούνταν δεδομένη. Ως εκ τούτου η δήλωση ότι θα δώσει το παρόν προκάλεσε ανακούφιση το ευρωπαϊκό στρατόπεδο. Μία πιθανή απουσία του θα ήταν σήμα απαξίωσης του οργανισμού. Το μεγάλο στοίχημα των Ευρωπαίων ενόψει της συνόδου είναι η επίτευξη μίας κοινής δήλωσης με τους Αμερικανούς στην αυλαία της συνόδου. Θα έχει τη σημασία του αν ο ρωσικός παράγοντας οριστεί σε αυτήν ως υπαρξιακή απειλή για τη Συμμαχία, καθώς και σε ποιον βαθμό θα αποτυπωθεί η στήριξη της Δύσης στην Ουκρανία στο ανακοινωθέν.
Ωστόσο ο Τραμπ είναι απρόβλεπτος. Οπότε παραμένει άγνωστο το πώς θα κινηθεί. Υπενθυμίζεται ότι ο τέως σύμβουλός του σε θέματα ασφαλείας Τζον Μπόλτον έχει δημόσια δηλώσει πώς ο Τραμπ επεδίωκε την αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ κατά την πρώτη του θητεία, με το επιτελείο να καταφέρνει στο τέλος να τον συγκρατήσει. Να σημειωθεί ότι σήμερα, με την κατάσταση στην Ευρώπη να είναι ακόμη πιο εύθραυστη, τα ευρωπαϊκά κράτη δεν βρίσκονται σε θέση να καλύψουν το κενό που θα δημιουργούνταν από μία πιθανή αμερικανική αποχώρηση από τη συμμαχία.
Την περίοδο όπου η προσέγγιση Τραμπ-Πούτιν βίωνε τη δική της «άνοιξη» υπήρχαν αναλυτές που εκτιμούσαν ότι ο Τραμπ θα χρησιμοποιήσει τη Σύνοδο για να ανακοινώσει την αποχώρηση των ΗΠΑ. Ωστόσο, η επιμονή του Πούτιν να συνεχίζει τις εχθροπραξίες στο ουκρανικό μέτωπο και τα συνεχόμενα ρωσικά πλήγματα σε μη-στρατιωτικούς στόχους έχουν προκαλέσει τη δυσαρέσκεια του Ρεπουμπλικάνου, με αποτέλεσμα να κάνει δεύτερες σκέψεις αν αυτή η ρωσοαμερικανική προσέγγιση μπορεί να οδηγήσει πουθενά.
Επομένως, η πιθανότητα κάποιας ανακοίνωσης αποχώρησης από το ΝΑΤΟ θεωρείται πιο περιορισμένη συγκριτικά με την περίοδο Φεβρουαρίου-Μαρτίου. Επιπλέον μία κίνηση του Τραμπ προς αυτήν την κατεύθυνση θα κλιμάκωνε την κατάσταση και στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ενώ θα προέκυπταν και αρκετά νομικά κωλύματα.
Ο απόηχος της συνάντησης Μερτς-Τραμπ και η πιθανότητα κυρώσεων
Σε αυτό το πλαίσιο, η «χαλαρή» συνάντηση του Γερμανού Καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς με τον Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο την Πέμπτη (5/5) δίνει ελπίδες στους Ευρωπαίους ότι οι ΗΠΑ θα παραμείνουν, έστω με δικούς τους όρους, στο δυτικό στρατόπεδο. Εξάλλου ο Τραμπ επαίνεσε την αλλαγή σελίδας στη Γερμανία και την πρωτοβουλία της να αναλάβει παραπάνω ευθύνες στον τομέα της άμυνας.
Ωστόσο ο Ρεπουμπλικανός δεν έδωσε σαφείς δεσμεύσεις ως προς το ενδεχόμενο κυρώσεων κατά της Ρωσίας όταν τον πίεσε ο Μερτς. Την ίδια στιγμή ωστόσο, ο γερουσιαστής Λίνσεϊ Γκράχαμ που θεωρείται φιλικά προσκείμενος στον Τραμπ προετοιμάζει ένα ηχηρό πακέτο κυρώσεων με δασμούς 500% σε όσους αγοράσουν ρωσική φυσική ενέργεια ή πετρέλαιο, στοχεύοντας πέρα από την Μόσχα και το Πεκίνο. Μάλιστα ο Γκράχαμ έχει εξασφαλίσει την υποστήριξη 82(!) Γερουσιαστών. Ο αριθμός είναι αρκετά μεγάλος ώστε να παρακάμψει ένα πιθανό βέτο του Τραμπ. Ωστόσο θεωρείται απίθανο η Γερουσία να πάει κόντρα στον Λευκό Οίκο. Ο Τραμπ πάντως δήλωσε ότι παρακολουθεί και επεξεργάζεται το σχέδιο που προωθεί ο Γκράχαμ. Η γερμανική πλευρά βασίζει αρκετά στη συγκεκριμένη πρωτοβουλία.
Κατά τα άλλα, γερμανικά μέσα αναφέρουν ότι ο Μερτς επιχείρησε να πείσει τον Τραμπ να δεσμευτεί υπέρ Ουκρανίας και Ευρώπης, προβάλλοντάς του τις πιθανές συνέπειες που θα είχε η αμερικανική αποστασιοποίηση από τα ευρωπαϊκά πράγματα. Ο Μερτς υποστήριξε ότι η Κίνα θα εκλάμβανε αυτήν την κίνηση ως δείγμα αδυναμίας και ότι με αυτόν τον τρόπο θα αυξανόταν η πιθανότητα εισβολής του Πεκίνου στο Ταϊβάν.
Το ζήτημα της ευρωπαϊκής συνοχής
Πλέον, μετά από μήνες αστάθειας, η Γερμανία έχει επιστρέψει στην πρώτη γραμμή της Ευρώπης κι ο Μερτς φαίνεται να γυρίζει ενισχυμένος από την Ουάσινγκτον. Το ερώτημα που παραμένει είναι αν οι Ευρωπαίοι ηγέτες καταφέρουν να διατηρήσουν μακροπρόθεσμα το κλίμα συνοχής που επικρατεί.
Το ζήτημα της Γάζας για παράδειγμα θα μπορούσε να δημιουργήσει εντάσεις ανάμεσα στο γαλλογερμανικό άξονα. Η Γαλλία επιδιώκει μία αυστηροποίηση της στάσης απέναντι στο Ισραήλ, με τη γερμανική κυβέρνηση να αποστασιοποιείται διακριτικά από τις πράξεις του στη Γάζα αλλά ενδεχομένως όχι στο βαθμό που θα θέλαν αρκετοί Ευρωπαίοι, λόγω της ιδιαίτερης ιστορικής σχέσης Βερολίνου-Τελ Αβίβ.
Επιπλέον, η εξωτερική πολιτική εξαρτάται από την σταθερότητα που υπάρχει στο εσωτερικό των χωρών. Η ακροδεξιά επικράτηση στις προεδρικές εκλογές της Πολωνίας και η πτώση της ολλανδικής κυβέρνησης αναδεικνύουν το έλλειμα συνοχής που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες που καλούνται να ξεπεράσουν, αν θέλουν να επιβιώσουν.
Δεδομένα πάντως η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ θα αποτελέσει μία μεγάλη δοκιμασία για τους ηγέτες της ευρωπαϊκής ηπείρου και αναμένεται να δώσει δείγματα ως προς το κατά πόσο η Ευρώπη έχει την ικανότητα να καθορίσει μακροπρόθεσμα τις εξελίξεις, δρώντας ως ρυθμιστικός γεωπολιτικός παράγοντας.






