• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Πούτιν, Τραμπ και το στοίχημα της ευρωπαϊκής αποτροπής
08:00 - 21 Οκτ 2025

Πούτιν, Τραμπ και το στοίχημα της ευρωπαϊκής αποτροπής

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε την περασμένη εβδομάδα το πλάνο της για την αναβάθμιση της αποτρεπτικής ικανότητας της ηπείρου απέναντι σε πιθανή ρωσική απειλή. Πρόκειται για ένα τιτάνιο εγχείρημα, το οποίο προβλέπει μεταξύ άλλων σημαντικές παρεμβάσεις στην άμυνα δια αέρος, στις υποδομές και στη χρήση νέων τεχνολογιών, με επίκεντρο κυρίως τα ανατολικά ευρωπαϊκά σύνορα. Παρ’ όλα αυτά το ερώτημα παραμένει: Υπάρχει πράγματι κίνδυνος ρωσικής εισβολής σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ώστε να δικαιολογείται η επιμονή των ευρωπαϊκών πολιτικών ελίτ στην αναβάθμιση της αποτρεπτικής ικανότητας;

Ο αστάθμητος παράγοντας Τραμπ

Παρατηρώντας κανείς τις εύθραυστες γεωπολιτικές ισορροπίες των τελευταίων ετών, γίνεται φανερό ότι πολλά στοιχεία που θεωρούνταν δεδομένα στο παρελθόν έχουν πλέον καταρρεύσει. Αν η Ευρώπη κατάφερε να επιβιώσει κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, αυτό οφειλόταν μεταξύ άλλων στο γεγονός ότι ο αμερικανικός παράγοντας παρέμενε σταθερός στη δέσμευσή του για συνδρομή σε κάθε κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, σε περίπτωση επίθεσης. Πλέον, η παρουσία του Τραμπ στον Λευκό Οίκο έχει δημιουργήσει ρήγμα εντός της Συμμαχίας, με το Κρεμλίνο να κεφαλαιοποιεί τη συμπάθεια που δείχνει ο Ρεπουμπλικανός μεγιστάνας στον Βλαντιμίρ Πούτιν. Παράλληλα στρώνεται το έδαφος για δεύτερη απευθείας συνάντησης των ηγετών στη Βουδαπέστη παρά το φιάσκο της Αλάσκας.

Την ίδια στιγμή, αν και το ζήτημα έχει… χαθεί από την επικαιρότητα, ο Τραμπ απειλεί ακόμη και τους Ευρωπαίους συμμάχους με στρατιωτική παρέμβαση στη Γροιλανδία, που δεν ανήκει μεν στην ΕΕ αλλά υπάγεται διοικητικά στη Δανία. Και η Ευρώπη αντιδρά με αμηχανία, βρισκόμενη ανάμεσα στις Συμπληγάδες των ΗΠΑ και της Ρωσίας, προσπαθώντας με εξευτελιστικό, θα έλεγε κανείς, τρόπο να κρατήσει τον Τραμπ στο δυτικό στρατόπεδο, αποδεχόμενη ακόμη και την (μάλλον παράλογη) αμερικανική απαίτηση για αμυντικές δαπάνες στο 5% στα πλαίσια του ΝΑΤΟ.

Ο ρόλος του ΝΑΤΟ και ο ρωσικός αναθεωρητισμός

Αρκετοί σχολιάζουν ότι ο Πούτιν δεν έχει επιδιώξεις πέραν της Ουκρανίας, υποστηρίζοντας ότι η επέκταση του ΝΑΤΟ στα ανατολικά του έδωσε την αφορμή για την έναρξη του επιθετικού πολέμου. Υποστηρίζεται επίσης ότι δεν έχει κάτι να κερδίσει από μια εισβολή σε άλλο ευρωπαϊκό κράτος.

Ο ρόλος του ΝΑΤΟ μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου είναι πράγματι αμφιλεγόμενος και συζητήσιμος. Εξάλλου η ουσία της επέκτασής του στα ανατολικά έχει αμφισβητηθεί από προσωπικότητες κύρους, από τον Χένρι Κίσιντζερ έως τον Χέλμουτ Σμιτ. Ωστόσο, η ένταση ανάμεσα σε Ρωσία και Ευρώπη δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά μέσω του νατοϊκού παράγοντα, διότι έτσι νομιμοποιούνται εμμέσως οι επιθετικές ενέργειες ενός κράτους-μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, με πυρηνικό οπλοστάσιο.

Εξάλλου, παρότι τα νατοϊκά μέλη δεν έδωσαν ποτέ ρητή υπόσχεση στη Μόσχα ότι η Ουκρανία δεν θα ενταχθεί στη Συμμαχία, η σχετική διαδικασία είχε ουσιαστικά παγώσει, προκαλώντας απογοήτευση στο Κίεβο. Επίσης ουδέποτε προέκυψε ότι υπήρξαν σχέδια για εισβολή του ΝΑΤΟ σε ρωσικό έδαφος. Και μην ξεχνάμε ότι ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν είχε χαρακτηρίσει το ΝΑΤΟ «κλινικά νεκρό» μόλις το 2021. Στην πραγματικότητα, Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έδωσε στη συμμαχία λόγο ύπαρξης και νέας επέκτασής του, με την ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο στρατιωτικό μπλοκ.

Παράλληλα, το επιχείρημα ότι ο Πούτιν δεν θα εισβάλει σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα επειδή δεν έχει κάτι να κερδίσει είναι εύθραυστο, καθώς προϋποθέτει ότι ο Ρώσος πρόεδρος δρα με ορθολογικότητα. Μόνο που ο Πούτιν είναι εκφραστής ενός ιστορικού αναθεωρητισμού. Τάσεις ιστορικού αναθεωρητισμού δεν συμπορεύονται με ορθολογισμό. Κι εκτός αυτού, ούτε η εισβολή στην Ουκρανία εξηγείται εύκολα με βάση τα ορθολογικά συμφέροντα της Ρωσίας, καθώς οδήγησε σε αποκοπή από την ευρωπαϊκή αγορά και τη Δύση γενικότερα.

Εκτός αυτού, η συνδρομή των Δυτικών στην άμυνα της Ουκρανίας μέσω χρηματικής και στρατιωτικής στήριξης έχει διασφαλίσει την επιβίωσή της έπειτα από 3,5 χρόνια αιματηρού πολέμου. Την ίδια στιγμή, η Ρωσία έχει προσαρμόσει την οικονομία της στις στρατιωτικές της ανάγκες, με αρκετούς αναλυτές να εκτιμούν ότι τα όπλα που παράγονται είναι περισσότερα από όσα χάνονται στο μέτωπο, στοιχείο που μπορεί να ερμηνευθεί ως προετοιμασία για νέο μέτωπο.

Στρατηγική αυτονομία και το μέλλον των ευρωρωσικών σχέσεων

Ως εκ τούτου, η αναβάθμιση της ευρωπαϊκής αποτρεπτικής ικανότητας κρίνεται αναγκαία, παρά το γεγονός ότι η κόπωση του ρωσικού στρατού κάνει μία απευθείας αντιπαράθεση με ΕΕ και ΝΑΤΟ να φαντάζει λιγότερο πιθανή. Το μείζον ζήτημα, ωστόσο, είναι ότι η Ευρώπη θα παραμείνει ενωμένη και θα είναι σε θέση να αποτρέψει μία κλιμάκωση μόνο αν αποκατασταθεί η κοινωνική συνοχή. Χωρίς αυτήν, κάθε απόπειρα αναβάθμισης της άμυνας θα είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Αυτό έχει επισημανθεί και από τον Μάριο Ντράγκι, ο οποίος παρά την κριτική του στις σημερινές ευρωπαϊκές ηγεσίες έχει παραδεχτεί πώς η αύξηση αμυντικών δαπανών είναι υπό τους σημερινούς όρους μάλλον αναπόφευκτη.

Αν όμως δεν τεθούν ταυτόχρονα στο τραπέζι τα ουσιώδη κοινωνικά ζητήματα, όπως η αναδιανομή του πλούτου, η κλιματική κρίση και οι τεχνολογικές μεταβάσεις χωρίς επιδείνωση των ανισοτήτων οι κοινωνίες δύσκολα θα πειστούν εύκολα για το αφήγημα της «υπεράσπισης των δυτικών αξιών». Ο γαλλογερμανικός άξονας, μολονότι αναγνωρίζει την ανάγκη ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, δεομένων των συνθηκών στις ΗΠΑ, δείχνει να αγνοεί αυτήν την κρίσιμη πραγματικότητα και αδυνατεί να παρουσιάσει ένα νέο πειστικό αφήγημα για το μέλλον της Ένωσης που θα εμπνεύσει.

Σε κάθε περίπτωση, η Ρωσία θα παραμείνει γείτονας της Ευρώπης. Κάποια στιγμή θα χρειαστεί να αποκατασταθούν οι διπλωματικές σχέσεις και να αναζητηθεί ένα νέο, κοινά αποδεκτό πλαίσιο ασφάλειας και ειρηνικής συνύπαρξης, μια νέα Ostpolitik, όπως εκείνη του Βίλυ Μπραντ. Βασική προϋπόθεση για αυτό είναι φυσικά η διασφάλιση της βιωσιμότητας της Ουκρανίας. Τέτοιες απόπειρες απαιτούν διαλλακτικότητα και πολιτική βούληση και από τις δύο πλευρές, κάτι που δυστυχώς δεν διακρίνεται στην παρούσα ηγεσία του Κρεμλίνου. Το ζήτημα είναι να μη φτάσουμε στο σημείο όπου η σημερινή επικίνδυνη συγκυρία αποδειχθεί μη αναστρέψιμη.