«Καθ’ όλη τη διάρκεια του Μαΐου, κατά μέσο όρο μετακυλίστηκαν στους καταναλωτές 12 λεπτά του ευρώ ανά λίτρο στο πετρέλαιο κίνησης (diesel), ενώ τα αντίστοιχα ποσά ήταν 16 λεπτά ανά λίτρο για τη βενζίνη Super E5 και 15 λεπτά ανά λίτρο για τη βενζίνη Super E10», δήλωσε ο Φλόριαν Νοϊμάιερ, αναπληρωτής διευθυντής του Κέντρου Δημόσιων Οικονομικών του ινστιτούτου ifo.
Το οικονομικό βάρος για τους οδηγούς μειώθηκε. Συνολικά, ωστόσο, περίπου 1,6 δισεκατομμύρια ευρώ από τα φορολογικά έσοδα που χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση της έκπτωσης παρέμειναν στα ταμεία των πετρελαϊκών εταιρειών.
Επιπλέον, η έκπτωση στο φόρο καυσίμων ωφελεί κυρίως όσους οδηγούν συχνά ή διαθέτουν οχήματα με υψηλή κατανάλωση καυσίμου. Η οριζόντια αυτή φορολογική μείωση δεν αποτελεί αποτελεσματικό μέσο για τη στοχευμένη στήριξη ομάδων που πλήττονται ιδιαίτερα, όπως οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι που μετακινούνται καθημερινά προς και από την εργασία τους.
Ταυτόχρονα, οι χαμηλότερες τιμές στα πρατήρια αλλοίωσαν το μήνυμα σπανιότητας που θα έπρεπε να μεταδίδουν οι υψηλές τιμές των καυσίμων και δημιούργησαν λανθασμένα κίνητρα ως προς τη χρήση τους. Η έκπτωση στο φόρο καυσίμων υπονόμευσε επίσης τα μέτρα της κλιματικής πολιτικής που αποσκοπούν στη μείωση των εκπομπών από τις οδικές μεταφορές.
«Η γερμανική κυβέρνηση δε θα πρέπει να παρατείνει την ισχύ της έκπτωσης στο φόρο καυσίμων πέραν του Ιουνίου», δήλωσε στο ίδιο φόντο ο Nοϊμάιερ.
«Αντίθετα, απαιτούνται πιο στοχευμένα μέτρα, όπως μια μεταρρύθμιση του φόρου εισοδήματος, ώστε να ελαφρυνθεί το οικονομικό βάρος που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα».






