• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
CNBC για Πόλεμο Ιράν–ΗΠΑ: Οι 100 ημέρες που αναδιαμόρφωσαν αγορές, ενέργεια και οικονομίες
17:21 - 07 Ιουν 2026

CNBC για Πόλεμο Ιράν–ΗΠΑ: Οι 100 ημέρες που αναδιαμόρφωσαν αγορές, ενέργεια και οικονομίες

Η Κυριακή 7/6 σηματοδοτεί τη συμπλήρωση 100 ημερών από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, με τη σύγκρουση να συνεχίζει να προκαλεί έντονη μεταβλητότητα σε όλες τις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων και σε όλες τις περιοχές του κόσμου, καθώς μια μόνιμη ειρηνευτική συμφωνία παραμένει ακόμη άπιαστη.

Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν έχουν βαλτώσει, με την Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη να εκπέμπουν συχνά αντικρουόμενα μηνύματα σχετικά με την πορεία των συνομιλιών. Παράλληλα, οι δύο πλευρές συνεχίζουν κατά διαστήματα να ανταλλάσσουν στρατιωτικά πλήγματα.

Ωστόσο, μια εύθραυστη εκεχειρία εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ, προκειμένου να δοθεί χώρος στη διπλωματία και να συνεχιστούν οι προσπάθειες αποκλιμάκωσης της έντασης.

Καθώς ο πόλεμος παρατείνεται, αυξάνονται οι πιέσεις σε οικονομίες και αγορές

Εκατό ημέρες μετά την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, οι επιπτώσεις εξακολουθούν να γίνονται αισθητές σε ορισμένες οικονομίες και σε τμήματα των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών.

Η Wall Street αγνοεί τον πόλεμο

Αμέσως μετά τα πρώτα αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα κατά του Ιράν, οι μετοχικές αγορές παγκοσμίως κατέγραψαν σημαντικές απώλειες. Ωστόσο, ενώ ορισμένα χρηματιστήρια δυσκολεύτηκαν να ανακτήσουν τη δυναμική τους, οι βασικοί δείκτες της Wall Street κάλυψαν πλήρως τις αρχικές απώλειες, με τους επενδυτές να δείχνουν πρόθυμοι να κοιτάξουν πέρα από τον πόλεμο, την άνοδο των τιμών του πετρελαίου και τις πληθωριστικές πιέσεις.

Ο δείκτης S&P 500 έχει μάλιστα καταγράψει νέα ιστορικά υψηλά, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση.

Ο επικεφαλής επενδύσεων της Netwealth, Ίαν Μπαρνς, σημείωσε ότι οι αγορές μετοχών επηρεάστηκαν αρχικά από την εκτίμηση πως ο πόλεμος θα μετατρέψει το ευνοϊκό περιβάλλον αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού σε στασιμοπληθωρισμό για τις μεγάλες οικονομίες που εισάγουν ενέργεια.

Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, η αισιοδοξία για την τεχνητή νοημοσύνη και η ισχυρή κερδοφορία των αμερικανικών επιχειρήσεων επανήλθαν στο προσκήνιο.

«Οι αγορές μετοχών συνέχισαν ανοδικά, με πρωταγωνιστές κυρίως τις εταιρείες των ΗΠΑ και της Ασίας που θεωρούνται άμεσοι ωφελημένοι από τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη», ανέφερε. Αντίθετα, οι ευρωπαϊκές αγορές εμφανίζονται πιο συγκρατημένες λόγω του υψηλότερου ενεργειακού κόστους.

Ο Τόνι Μέντοους της BRI Wealth Management σημείωσε ότι η τεράστια ζήτηση για υπολογιστική ισχύ έχει ενισχύσει ιδιαίτερα τις μετοχές των εταιρειών ημιαγωγών, ενώ χώρες όπως η Νότια Κορέα και η Ταϊβάν επωφελούνται άμεσα από αυτή τη δυναμική.

Παράλληλα, επισήμανε ότι οι ΗΠΑ είναι σε μεγάλο βαθμό ενεργειακά αυτάρκεις, γεγονός που περιορίζει τις άμεσες επιπτώσεις της κρίσης στην αμερικανική οικονομία.

Άνοδος στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων

Οι αγορές ομολόγων έχουν επίσης επηρεαστεί σημαντικά από τον πόλεμο.

Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, γεγονός που μεταφράζεται σε πιέσεις στις τιμές τους, καθώς αποδόσεις και τιμές κινούνται αντίθετα.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων εκτινάχθηκαν μετά την έναρξη της σύγκρουσης, καθώς οι επενδυτές προεξόφλησαν υψηλότερο πληθωρισμό και πιο αυστηρή νομισματική πολιτική. Τον περασμένο μήνα, η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου έφθασε στο υψηλότερο επίπεδο από πριν τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.

Παρόμοια εικόνα καταγράφεται και σε άλλες μεγάλες οικονομίες.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η πολιτική αβεβαιότητα παραμένει έντονη, τα βρετανικά κρατικά ομόλογα («gilts») δέχθηκαν ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις.

Ο Νιλ Μπίρελ της Premier Miton Investors εκτίμησε ότι οι αγορές ομολόγων ανησυχούν για ένα συνδυασμό υψηλότερου πληθωρισμού, χαμηλότερης ανάπτυξης και προβλημάτων στις εφοδιαστικές αλυσίδες.

«Η διάρκεια του υψηλού πληθωρισμού και των υψηλών επιτοκίων είναι ίσως πιο σημαντική από τα ίδια τα επίπεδά τους. Αν η κατάσταση συνεχιστεί, η οικονομική ανάπτυξη θα υποφέρει και οι αποδόσεις των ομολόγων θα παραμείνουν αυξημένες, δυσκολεύοντας τη διατήρηση των σημερινών επιπέδων στις μετοχές», ανέφερε.

Υποχώρησαν οι τιμές του πετρελαίου, αλλά οι ανησυχίες παραμένουν

Τα Στενά του Ορμούζ, μία από τις σημαντικότερες οδούς μεταφοράς πετρελαίου παγκοσμίως, παραμένουν ουσιαστικά κλειστά καθ' όλη τη διάρκεια της σύγκρουσης, προκαλώντας έντονες διακυμάνσεις στις τιμές του αργού.

Παρότι οι τιμές έχουν υποχωρήσει σημαντικά από τα υψηλά που κατέγραψαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, εξακολουθούν να βρίσκονται αισθητά υψηλότερα από τα επίπεδα πριν από τη σύγκρουση.

Το Brent διαπραγματεύεται περίπου 36% υψηλότερα σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα, ενώ το αμερικανικό WTI παραμένει σχεδόν 50% υψηλότερα.

Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, σε συνδυασμό με ζημιές και διακοπές λειτουργίας σε ενεργειακές εγκαταστάσεις της Μέσης Ανατολής, έχει περιορίσει σημαντικά την προσφορά.

Αυτό έχει αναγκάσει πολλές χώρες να αναζητήσουν εναλλακτικές πηγές προμήθειας πετρελαίου.

Ο αναλυτής της PVM Oil Associates, Τάμας Βάργκα, υπογράμμισε ότι η αύξηση των αμερικανικών εξαγωγών πετρελαίου αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που έχουν αποτρέψει ακόμη μεγαλύτερη άνοδο των τιμών.

Μεταξύ των παραγόντων που συγκρατούν την αγορά ανέφερε επίσης την αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου, τις εξαιρέσεις από κυρώσεις σε ιρανικό και ρωσικό πετρέλαιο, τη μείωση των κινεζικών εισαγωγών, τις εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς και τη μείωση της ζήτησης.

Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι εάν τα παγκόσμια αποθέματα συνεχίσουν να μειώνονται, οι τιμές θα μπορούσαν σύντομα να επιστρέψουν πάνω από τα 100 δολάρια ανά βαρέλι.

Ο πληθωρισμός επιστρέφει στο προσκήνιο

Οι οικονομικοί δείκτες αρχίζουν πλέον να αποτυπώνουν τις επιπτώσεις της σύγκρουσης πέρα από τις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Η διατήρηση του υψηλού ενεργειακού κόστους έχει αρχίσει να μεταφράζεται σε αυξημένες πληθωριστικές πιέσεις σε πολλές μεγάλες οικονομίες, κυρίως λόγω της ανόδου στις τιμές πετρελαίου, φυσικού αερίου, καυσίμων αεροσκαφών και βενζίνης.

Στις ΗΠΑ, ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,8% τον Απρίλιο σε ετήσια βάση, στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων σχεδόν τριών ετών.

Η μείωση των ενεργειακών προμηθειών από τη Μέση Ανατολή θεωρείται βασικός παράγοντας της ανόδου των τιμών, αν και ορισμένες κυβερνήσεις, όπως της Γερμανίας και της Ινδίας, έχουν ήδη λάβει μέτρα παρέμβασης για να περιορίσουν τις επιπτώσεις.

Ο Πολ Σέρτζι της Kingswood Group διερωτήθηκε αν οι αγορές έχουν πλέον συνηθίσει τις γεωπολιτικές συγκρούσεις και αντιδρούν λιγότερο έντονα σε αυτές.

Όπως σημείωσε, η υποστήριξη προς τον πόλεμο στις ΗΠΑ βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ενώ οι στρατιωτικές δαπάνες σε ιστορικά υψηλά, με τις δύο πλευρές να αναζητούν μια διέξοδο που θα τους επιτρέψει να τερματίσουν τη σύγκρουση χωρίς πολιτικό κόστος.

«Κανείς δεν θέλει να βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση έξι μήνες αργότερα», κατέληξε, εκτιμώντας ότι η προσδοκία για αποκλιμάκωση επηρεάζει ήδη τη μακροπρόθεσμη πορεία των τιμών του πετρελαίου.

Τελευταία τροποποίηση στις 07/06/2026 - 17:22