Σύμφωνα με το CNBC, η επίσκεψη πραγματοποιείται σε μια κρίσιμη συγκυρία για τις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας, καθώς οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου επιχειρούν να διατηρήσουν την εύθραυστη εμπορική εκεχειρία τους, ενώ παράλληλα καλούνται να διαχειριστούν τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν.
Το Ιράν αναμένεται να αποτελέσει σημαντικό, αλλά όχι απαραίτητα κυρίαρχο, θέμα στην ατζέντα. Η Ουάσινγκτον έχει ανακοινώσει σχέδιο επιβολής αυστηρών δευτερογενών κυρώσεων σε επιχειρήσεις που συνεργάζονται με την Τεχεράνη, με την Κίνα να βρίσκεται σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση, καθώς αποτελεί με διαφορά τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο του Ιράν.
Το Πεκίνο έχει ήδη αντιδράσει έντονα, καταδικάζοντας τις μονομερείς κυρώσεις των ΗΠΑ. Την ίδια ώρα, όμως, η Ουάσινγκτον γνωρίζει ότι μια επιθετική κίνηση εναντίον κινεζικών τραπεζών ή επιχειρήσεων θα μπορούσε να προκαλέσει κινεζικά αντίποινα και να θέσει σε κίνδυνο την εύθραυστη εμπορική αποκλιμάκωση.
«Κάθε ισχυρότερη επιλογή δημιουργεί ένα πρόβλημα με την Κίνα», σημείωσε ο Τάιγι Σαν, αναλυτής του Toda Peace Institute, επισημαίνοντας το δίλημμα της αμερικανικής κυβέρνησης.
Το Ιράν και το κινεζικό δίλημμα
Η νέα αμερικανική στρατηγική, γνωστή ως «Operation Economic Outcast», έχει στόχο να ασκήσει ασφυκτική οικονομική πίεση στην Τεχεράνη, περιορίζοντας τις χώρες και τις επιχειρήσεις που λειτουργούν ως οικονομικοί «ενεργοποιητές» της.
Ωστόσο, η Κίνα αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για αυτή τη στρατηγική. Η επιβολή κυρώσεων σε κινεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα σύγκρουση μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου, την ώρα που οι ΗΠΑ εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό και από την κινεζική παραγωγή κρίσιμων ορυκτών.
Αναλυτές εκτιμούν, ως εκ τούτου, ότι το Ιράν μπορεί να βρεθεί στο τραπέζι των συνομιλιών, χωρίς όμως η Ουάσινγκτον να θελήσει να φτάσει στα άκρα πριν από τη συνάντηση των δύο ηγετών.
«Το Ιράν μπορεί να έρθει στη συζήτηση, αλλά αναμένω ότι θα καταλάβει μόνο ένα μικρό μέρος της», δήλωσε ο Κρεγκ Σίνγκλετον του Foundation for Defense of Democracies, εκτιμώντας ότι ο πήχης για σοβαρές αμερικανικές κυρώσεις σε κινεζική τράπεζα πριν από τη σύνοδο είναι «εξαιρετικά υψηλός».
Εμπόριο, AI και νέα συμφωνία
Παρά το γεωπολιτικό σκηνικό, το εμπόριο παραμένει στον πυρήνα των αμερικανοκινεζικών σχέσεων.
Μετά τη συνάντηση των δύο ηγετών στο Πεκίνο τον Μάιο, Ουάσινγκτον και Πεκίνο δεσμεύτηκαν να οικοδομήσουν μια «εποικοδομητική» σχέση «στρατηγικής σταθερότητας». Ωστόσο, αρκετές από τις συμφωνίες που ανακοινώθηκαν τότε παραμένουν σε εκκρεμότητα.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η δημιουργία ενός «Συμβουλίου Εμπορίου» και ενός «Συμβουλίου Επενδύσεων», αλλά και η αγορά 200 αεροσκαφών Boeing από την Κίνα. Παράλληλα, οι ΗΠΑ είχαν ανακοινώσει κινεζικές αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων ύψους 17 δισ. δολαρίων.
Οι αναλυτές θεωρούν πιθανό ότι η νέα συνάντηση θα επιχειρήσει να δώσει συνέχεια σε αυτές τις συμφωνίες, χωρίς όμως να αναμένονται θεαματικές ανατροπές.
«Η σχέση παράγει ολοένα και περισσότερο συναλλαγές χωρίς εμπιστοσύνη και σταθερότητα χωρίς επίλυση», σχολίασε ο Σίνγκλετον, περιγράφοντας τη σύνοδο ως μια συνάντηση «χαμηλών προσδοκιών» που θα επικεντρωθεί περισσότερο στη διαχείριση του αδιεξόδου παρά στην επίλυσή του.
Στην ατζέντα θα βρεθεί και η τεχνητή νοημοσύνη, όπως επιβεβαίωσε ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ.
Το πολιτικό κόστος για τον Τραμπ
Η συνάντηση Τραμπ-Σι θα πραγματοποιηθεί λιγότερο από έξι εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, γεγονός που προσθέτει ακόμη μία παράμετρο στις κινήσεις της Ουάσινγκτον.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν υποχώρηση της δημοτικότητας του Τραμπ, ενώ το υψηλό κόστος ζωής παραμένει ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα για τους Αμερικανούς ψηφοφόρους.
Παράλληλα, οι αμερικανικοί δασμοί στα κινεζικά προϊόντα παραμένουν υψηλοί, στο 36,5% τον Ιούλιο, σύμφωνα με την Υπηρεσία Ερευνών του Κογκρέσου.
Έτσι, η επίσκεψη του Σι στην Ουάσινγκτον αποτελεί μια κρίσιμη δοκιμασία για την εύθραυστη ισορροπία μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. Το ζητούμενο δεν φαίνεται να είναι μια θεαματική συμφωνία, αλλά η αποφυγή μιας νέας κρίσης – και η διατήρηση της εμπορικής εκεχειρίας σε μια περίοδο όπου ο πόλεμος στο Ιράν δημιουργεί νέα μέτωπα.





