Σύμφωνα με ανακοίνωση του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας, η σύλληψη πραγματοποιήθηκε εντός στρατιωτικού χώρου, σε συνεργασία και συντονισμό με άλλες κρατικές υπηρεσίες και παρουσία εξουσιοδοτημένου εισαγγελικού οργάνου.
Η ενέργεια προηγήθηκε μετά την ύπαρξη σαφών ενδείξεων για τέλεση αξιόποινων πράξεων, όπως προβλέπεται από τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα.
Στην ίδια ανακοίνωση επισημαίνεται ότι οι πράξεις που αποδίδονται στον συλληφθέντα αφορούν τη συλλογή και μετάδοση μυστικών πληροφοριών στρατιωτικής φύσης σε τρίτους, ενδεχομένως θέτοντας σε κίνδυνο τα εθνικά συμφέροντα.
Αναλυτικά η ανακοίνωση του ΓΕΕΘΑ
«Την Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026, τις πρωινές ώρες, οι αρμόδιες στρατιωτικές αρχές προέβησαν στη σύλληψη στελέχους των Ενόπλων Δυνάμεων.
Η εν λόγω σύλληψη έλαβε χώρα εντός στρατιωτικού χώρου, σε συνεργασία και συντονισμό με λοιπές κρατικές υπηρεσίες (παρουσία εξουσιοδοτημένου εισαγγελικού οργάνου), κατόπιν σαφών ενδείξεων τέλεσης αξιόποινων πράξεων σύμφωνα με τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα, δηλαδή συλλογής και μετάδοσης μυστικών πληροφοριών στρατιωτικής σημασίας σε τρίτους, με κίνδυνο την πρόκληση βλάβης στα εθνικά συμφέροντα».
Πολύμηνη έρευνα από την ΕΥΠ
Στην έρευνα έχει εμπλακεί και η ΕΥΠ, με την πληροφορία περί κατασκοπείας από τον συγκεκριμένο στρατιωτικό να είχε φτάσει στα γραφεία της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών πριν από αρκετούς μήνες.
Ωστόσο, η σύλληψή του επισπεύτηκε διότι είχε αυξήσει τον όγκο των πληροφοριών που έστελνε σε άγνωστο προς το παρόν αποδέκτη. Παράλληλα, υπήρχαν πληροφορίες ότι είχε καταφέρει να αποκτήσει πρόσβαση και σε πιο ευαίσθητα πληροφοριακά δεδομένα και πως επιχειρούσε να στρατολογήσει και άλλα πρόσωπα, προκειμένου να διαρρέουν ευαίσθητες πληροφορίες.
Όπως μετέδωσε ο ΣΚΑΪ, αποδεικτικό της δράσης του είναι κάποια πειστήρια που βρέθηκαν στην κατοχή του, όπως συστήματα και λογισμικά που χρησιμοποιούσε για να στέλνει τις ευαίσθητες πληροφορίες στους άγνωστους, προς το παρόν, αποδέκτες.



